Η πανδημία κακής ενημέρωσης

Γράφουν οι: Γ. Βαβουγυιός και Κ. Γουργουλιάνης*

Τους τελευταίους πέντε μήνες έχουν δημοσιευθεί στην έγκυρη βάση ιατρικής βιβλιογραφίας PubMed περίπου 14.000 άρθρα για τον νέο κορωνοϊό, διπλάσια από τις δημοσιεύσεις για τον MERS που σχεδόν συμπλήρωσε 8 έτη από την εμφάνισή του. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να μάθουμε ότι ο MERS μπορεί να μεταδοθεί, μόνο εφόσον υπάρξει στενή επαφή με μολυσμένο άνθρωπο, η εξάπλωσή του ιού είναι ασυνήθιστη εκτός των νοσοκομείων και ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εμβόλιο ή θεραπεία για τη νόσο. Αν βρίσκετε κάποιες ομοιότητες με τον πρόσφατο κορωνοϊό, είναι επιπόλαιο να εξάγουμε συμπεράσματα από τις πολλές βιαστικές μελέτες για την COVID- 19, γιατί το 1/3 από αυτές είναι χαμηλού επιστημονικού κύρους.

Στην αρχή της πανδημίας, τα περισσότερα επιστημονικά άρθρα υιοθέτησαν, με κάποιες παραλλαγές, κάποια διατύπωση της επιτακτικότητας της κατάστασης. Η έννοια της επιτακτικότητας παρέκαμψε τη συνήθως συντηρητική, συχνά τιμωρητικού χαρακτήρα κρίση για δημοσίευση (peer review), αρκεί ο τίτλος της μελέτης να είναι ελκυστικός. Τα μεγαλύτερα επιστημονικά περιοδικά κατακλύστηκαν από μελέτες που μετέφεραν την κλινική εμπειρία της Κίνας, δυστυχώς ωστόσο, άνευ όρων. Η διαδικασία της κρίσης των εργασιών (peer review) υπονομεύθηκε περαιτέρω και εμφανώς, όπως φάνηκε από τη συρροή εργασιών, οι οποίες εγκαλούσαν ατέλειες, ανακρίβειες, ακόμη και πρωτοφανείς ελλείψεις δημοσιευμένων μελετών. Κάποια περιοδικά, όπως το New England Journal of Medicine, επέλεξαν να επισπεύσουν τη μετακριτική διαδικασία αυτής της μορφής. Αλλά, όπως περιοδικά που εκδίδονται από τον οργανισμό των περιοδικών εκδόσεων Journals of the American Medical Association, επέλεξαν το μάλλον αντισυμβατικό μονοπάτι, να αρνηθούν να δημοσιεύσουν οποιαδήποτε μετα-κριτική στα ήδη δημοσιευμένα άρθρα.

Από την αρχή της πανδημίας, το αλήστου μνήμης tweet του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, δήλωνε πως δεν υπάρχουν στοιχεία μετάδοσης του ιού από άνθρωπο σε άνθρωπο. Εν συνεχεία, είναι μάλλον δύσκολο να ξεχαστεί το φιάσκο της ιβουπροφένης.

Ένα άρθρο των Fang και συνεργατών, το οποίο διατύπωνε μία υπόθεση (και μόνο) στο έγκριτο περιοδικό Lancet, έγινε αφορμή για λήψη αποφάσεων. Η ιβουπροφένη κατέβηκε από τα ράφια, για να επανέλθει λίγες ημέρες αργότερα, όταν το άρθρο ξαναδιαβάστηκε, πιο ψύχραιμα. Η ιστορία της ιβουπροφένης ήταν όμως ακόμα η αρχή.

Οι δεκαετίες πίσω από τις βασικές αρχές δόμησης κλινικών μελετών, παρακάμφθηκαν προς χάριν μιας νοσηρής επικοινωνίας του κοινού αισθήματος με την ίδια τη διεργασία παραγωγής γνώσης. Πέρα από το πλαίσιο δυνητικά αποτελεσματικών θεραπειών, τουλάχιστον με βάση την προηγούμενη εμπειρία από τον SARS-CoV και τον MERS-CoV, εμφανίστηκαν «μαγικές θεραπείες» όπως οι συνδυασμοί αζιθρομυκίνης/χλωροκίνης και κολχικίνης, οι οποίες μάλιστα «γλίστρησαν» και σε πρωτόκολλα προληπτικής χρήσης, όπως στην περίπτωση της χλωροκίνης. Φαίνεται ότι έτσι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής πείσθηκε και ανακοίνωσε ότι λαμβάνει προληπτικά χλωροκίνη.

Όταν τα αποτελέσματα αντίστοιχων μελετών δεν επιβεβαίωσαν την κοινωνικά διαχεόμενη αισιοδοξία, οι περισσότεροι από εμάς θυμήθηκαν το πραγματικό μάθημα των SARS-CoV και MERS-CoV. Ακόμη αναζητείται η αποτελεσματική θεραπεία, και ειδικά στην περίπτωση του SARS-CoV, που όμως απουσιάζει 17 χρόνια μετά. Τα παραπάνω καθιστούν αντιληπτό ότι από τις πολλές θεραπευτικές επιλογές εκείνης της εποχής στον Τύπο και τη βιβλιογραφία, ελάχιστες εκπληρώθηκαν μέχρι σήμερα.

Παρά τις μεγάλες υποσχέσεις και τον επιστημονικό τυχοδιωκτισμό που παραμένει προς το παρόν ατιμώρητος, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η δημοσίευση επιστημονικών σκουπιδιών, «garbage in, garbage out» πέρασε από την επιστημονική κοινότητα αδιάφορα. Πολύ πρόσφατα οι επιστήμονες υποστήριξαν πως έλεγξαν 3.300 δείγματα εθελοντών στη Σάντα Κλάρα, και διαπίστωσαν πως ο ιός ήταν ήδη διαδεδομένος σε ασυμπτωματικά άτομα και άλλους που δεν είχαν αντιληφθεί πως είχαν περάσει τη νόσο COVID-19.

Σημείωναν ότι τα κρούσματα ήταν 85 φορές περισσότερα από όσα είχαν εντοπίσει οι έλεγχοι, η θνησιμότητα ήταν υπερβολικά μικρότερη από τα επίσημα στατιστικά, κοντά στα αντίστοιχα ποσοστά της «ακίνδυνης» κοινής γρίπης. Η μελέτη επικρίθηκε σχεδόν αμέσως για τη μεθοδολογία και την εγκυρότητά της, αναγκάζοντας τους συγγραφείς της να προβούν σε διορθώσεις δύο εβδομάδες αργότερα. Τα αμφισβητούμενα όμως αποτελέσματα είχαν ήδη διαδοθεί στον διεθνή Τύπο.

Τώρα πεισθήκαμε όλοι για τις δυσκολίες της ιατρικής έρευνας και κυρίως για τα προβλήματα που προκύπτουν από τη βιαστική αξιολόγησή της.

Πρώτη φορά η επιστημονική κοινότητα κατακλύσθηκε από τόσο πολλές πληροφορίες σε τόσο μικρό διάστημα. Οσο δύσκολα γίνεται η αναζήτηση της γνώσης, τόσο εύκολα συμβαίνει η αναπαραγωγή αβεβαιοτήτων, ιδιαίτερα όταν το πλήθος των πληροφοριών από επίσημα χείλη εκπέμπει μόνο αντιφάσεις.

* Ο κ. Γ. Βαβουγυιός είναι ειδικευόμενος Νευρολογίας, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και ο κ. Κ. Ι. Γουργουλιάνης είναι καθηγητής Πνευμονολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

larissa press

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.