Από τον λοιμό της αρχαίας Αθήνας στον κορωνοϊό της ανθρωπότητας…

Γράφει ο Σπύρος Εργολάβος

Την κατάσταση που ζει σήμερα ολόκληρη η ανθρωπότητα με τον κορωνοϊό, την έζησε η Αθήνα τον 4ο π.Χ. αιώνα και συγκεκριμένα το δεύτερο έτος (430) του Πελοποννησιακού Πολέμου, όπως ακριβώς τον περιγράφει ο Θουκυδίδης στο Δεύτερο βιβλίο των Ιστοριών του.

«Η αρρώστια -γράφει- παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στους Αθηναίους καθώς δε λεγόταν και παλιότερα είχε πέσει ξαφνικά και σε άλλους τόπους, όπως στη Λήμνο και σε άλλα μέρη, που ποτέ όμως δεν παρουσιάστηκε επιδημία τόσο βαριά και καταστροφή ανθρώπων τόσο μεγάλη. Γιατί, ούτε οι γιατροί μπορούσαν να βοηθήσουν, αφού για πρώτη φορά, χωρίς να ξέρουν, γιάτρευαν την αρρώστια, αντίθετα δε πιο πολύ πέθαιναν οι ίδιοι, επειδή πιο πολύ πλησίαζαν τους αρρώστους, ούτε καμιά άλλη ανθρώπινη τέχνη ωφελούσε. Κι οι παρακλήσεις στα ιερά ή στα μαντεία κι όσα άλλα παρόμοια μεταχειρίστηκαν, αποδείχτηκαν ανώφελα. Γι’αυτό και στο τέλος τα παράτησαν όλα νικημένοι από το κακό.

Η αρρώστια άρχισε πρώτα, καθώς λένε, από την Αιθιοπία κι έπειτα κατέβηκε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας του βασιλιά των Περσών. Στην πόλη των Αθηναίων έπεσε ξαφνικά και στην αρχή χτύπησε τους ανθρώπους στον Πειραιά. Ύστερα έφτασε και στην πάνω πόλη και ήδη πέθαιναν πολύ περισσότεροι.

Εγώ θα περιγράψω και πώς παρουσιαζόταν η αρρώστια και τα συμπτώματά της, ώστε, αν καμιά φορά ξαναπέσει, νάναι πιο πολύ σε θέση να ξέρει. Κι αυτά θα τα εκθέσω γιατί και ο ίδιος αρρώστησα κι άλλους είδα με τα μάτια μου νάχουν προσβληθεί από αυτήν.

Τους ανθρώπους που ήταν ως τότε υγιείς, χωρίς καμιά φανερή αιτία, αλλά ξαφνικά, τους έπιανε δυνατός πυρετός στο κεφάλι και φλόγωση και κοκκίνισμα των ματιών και τα μέσα, ο φάρυγγας κι η γλώσσα αμέσως μάτωναν, και η αναπνοή τους ήταν αφύσικη και δυσώδης. Ύστερα ακολουθούσε φτάρνισμα και βραχνάδα και σε λίγο ο πόνος κατέβαινε στο στήθος και προκαλούσε δυνατό βήχα. Όταν έφτανε στην καρδιά την αναστάτωνε κι επακολουθούσαν εμετοί χολής. Το σώμα, όταν το άγγιζε κανείς εξωτερικά, ήταν κοκκινωπό, μελανιασμένο, σκεπασμένο από μικρές φουσκαλίδες και πληγές. Από μέσα τους φλογίζονταν πολύ, ώστε οι άρρωστοι δεν ανέχονταν πάνω τους τίποτε άλλο, παρά ήθελαν να είναι γυμνοί κι ένιωθαν μεγάλη ευχαρίστηση αν ρίχνονταν σε κρύο νερό. Δεν μπορούσαν επίσης να βρουν καμιά ησυχία κι η αϋπνία τους βασάνιζε μέρα και νύχτα.

Το σώμα, όσο η αρρώστια ήταν σε έξαρση, άντεχε εκπληκτικά στην ταλαιπωρία ώστε οι πιο πολλοί ή πέθαιναν την έβδομη ή την ένατη μέρα από τον μέσα τους πυρετό, ή, αν ξέφευγαν το θάνατο, η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά, προκαλούνταν σ’ αυτή μεγάλη πληγή κι επακολουθούσε ακατάσχετη διάρροια κι οι περισσότεροι πέθαιναν κατόπι από την εξάντληση. Γιατί το κακό χτυπούσε στα άκρα και άφηνε τα σημάδια του. Άλλοι πάλι μόλις έγιναν καλά έπαθαν καθολική αμνησία και δε γνώριζαν ούτε τον εαυτό τους ούτε τους δικούς τους…

Δε βρέθηκε, μπορεί να πει κανείς, ούτε φάρμακο που η χρήση του να ωφελεί αποτελεσματικά όλους, γιατί ό,τι έκανε καλό στον ένα, το ίδιο έβλαπτε τον άλλο. Η αρρώστια τους σάρωνε όλους, ακόμα κι εκείνους που νοσηλεύονταν με κάθε φροντίδα κι αυτή ήταν η αποθάρρυνση που τους έπιανε και το ότι, νοσηλεύοντας ο ένας τον άλλο, κολλούσαν την αρρώστια και πέθαιναν σαν τα πρόβατα. Και τη μεγαλύτερη καταστροφή την έκανε αυτό».
TTT

Θαυμάζει κανείς την περιγραφική ικανότητα του Θουκυδίδη, που, όπως και όλο το έργο του, «έργον ες αεί μάλλον η αγώνισμα ες το παράχρήμα ξύγκειται», κατά την προσωπική του διαβεβαίωση, γιατί η περιγραφή αυτή γίνεται από έναν ιστορικό και δεν έχει μονάχα χαρακτήρα λογοτεχνικό – γραμματειακό, αλλά και χαρακτήρα καθαρά επιστημονικό – ιατρικό.

Αυτό έκανε τους ειδικούς που ασχολήθηκαν με το λοιμό, να υποστηρίξουν ότι ο Θουκυδίδης είχε δεχτεί την επίδραση των επιστημόνων γιατρών, γιατί χρησιμοποιεί όχι μόνο την ορολογία τους, αλλά και τη μέθοδό τους ως προς την ερμηνεία του φαινομένου.

Πρόκειται για ένα θέμα που μας ενδιαφέρει κι εμάς σήμερα, καθώς σε παγκόσμια κλίμακα ταλαιπωρούμαστε από τον κορονοϊό, με άγνωστες, ακόμα, τις συνέπειές του ως προς την τελική έκβαση, αλλά με την ελπίδα η επιστήμη με την τεχνολογία που διαθέτει να προχωρήσει στο κατάλληλο φάρμακο, για την καταπολέμησή του, και με τον ανάλογο θαυμασμό για όλους εκείνους που έχουν ριχτεί με κίνδυνο της ζωής τους, για τη σωτηρία όσων γίνεται περισσότερων ανθρώπινων υπάρξεων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.