Απ’ την Ινδία έρχομαι και στην Ευρώπη ΑΙ
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Η Ε.Ε. προχώρησε σε μια πολύ σημαντική συμφωνία με την Ινδία. Κάτω από την τεράστια πίεση της δασμολογικής πολιτικής του Τραμπ, την επιθετική εμπορική, συχνά κρατικά επιδοτούμενη, πολιτική από την πλευρά της Κίνας, τις ανταγωνιστικές βλέψεις των BRICS και την ενεργειακή ένδεια μετά τις κυρώσεις στη Ρωσία, η Ευρώπη χρειαζόταν άμεσα κινήσεις εξισορρόπησης του αρνητικού ισοζυγίου.
Κι η λύση στο ενεργειακή δόθηκε, προς το παρόν, με τη σχεδόν αποκλειστική μεταφορά της εξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην εξάρτηση από το αμερικανικό LNG, όμως τα εμπορικά αδιέξοδα απαιτούσαν άμεση διεύρυνση των επιχειρηματικών οριζόντων σε αγορές ακόμη αρκετά ανεκμετάλλευτες. Η αρχή έγινε με τη συμφωνία Mercosur με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, που δίνει κίνητρα για αμοιβαία οφέλη με βασικό αγκάθι το ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο αυτών των χωρών που ορίζουν τις προδιαγραφές των προϊόντων τους που είναι αμφίβολο πόσο πολύ θα ευθυγραμμίζονται με τα υψηλά ευρωπαϊκά πρότυπα.
Αντίστοιχα και το νέο άνοιγμα στην αχανή ινδική αγορά, μπορεί ως ένα βαθμό να προσκρούει σε ανάλογες αμφιβολίες αλλά προσδίδει νόημα στην ανάγκη υπέρβασης των αδιεξόδων. Μια αγορά 1,5 δισ. πολιτών, με μια ανθίζουσα μεσαία τάξη δίνει σίγουρα εξαγωγικές ευκαιρίες για τα ευρωπαϊκά προϊόντα, ειδικά τώρα που οι δασμοί μειώνονται στο 10%. Από τα υψηλής ποιότητας αγροτοδιατροφικά έως την αυτοκινητοβιομηχανία, η Ε.Ε. αποκτά πλέον νέες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Βέβαια η συγκεκριμένη συμφωνία προχώρησε κυρίως για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου, για την ενίσχυση της γερμανικής αυτοβιομηχανίας που ασφυκτικούσε κάτω απο τον ανηλεή ανταγωνισμό των φθηνών, κινεζικών ηλεκτρονικών αυτοκινήτων, την ταχεία πτώση κατανάλωσης οινοπνευματοδών στη Δύση, και την ανάγκη για στήριξη από την Ινδία στον ΠΌΕ για την αποφυγή κυρώσεων όσον αφορά τον κρατικό προστατευτισμό στον χάλυβα.
Κι όσο κι αν η στενότερη εμπορική διασύνδεση παρουσιάστηκε αρκετά έντονα με την ψηφιακή αίγλη της τεχνητής νοημοσύνης, σε σχέση με την εισαγωγή τεχνογνωσίας, την προσέλκυση φοιτητών και εξειδικευμένων εργαζομένων, πράγμα αμφισβητήσιμο προς το παρόν, το απτό εμπορικό κομμάτι της συμφωνίας παρουσιάζει καίριο ενδιαφέρον για το μέλλον και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό της Ε.Ε.
Ειδικά η Ελλάδα, πέρα από όσα ήδη αναφέρθηκαν είναι σίγουρο ότι έχει να περιμένει την περαιτέρω αναβάθμιση της ως διαμετακομιστικού κόμβου, την αύξηση των τουριστικών εισροών και την ενίσχυση της ναυτιλίας. Κι όλα αυτά είναι σίγουρα πολύ πιο άμεσης επίδρασης, αν και λιγότερο εντυπωσιακά, από τις ψηφιακές εφαρμογές και την υψηλή γνώση.

