Όταν ο Κευνσιανισμός της πανδημίας μετατράπηκε στο μεγαλύτερο ελληνικό σκάνδαλο
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η διαδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2008 μέχρι σήμερα δεν είναι απλά μια ιστορία οικονομικών θεωριών. Είναι ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα θεσμικής υποκρισίας και ιδεολογικού δογματισμού που έχουμε ζήσει. Όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι Βρυξέλλες και η Φρανκφούρτη έκλειναν επιδεικτικά τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα. Ήταν τόσο εγκλωβισμένοι στο νεοφιλελεύθερο παραμύθι των «αυτορρυθμιζόμενων και αποτελεσματικών αγορών», που δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν ότι το σύστημα τους θα κατέρρεε. Κι όμως, όταν η κατάρρευση ήρθε με πάταγο, οι θεματοφύλακες της δημοσιονομικής πειθαρχίας αρνήθηκαν πεισματικά να παραδεχθούν αυτό που ο Τζον Μέιναρντ Κέυνς είχε εξηγήσει δεκαετίες πριν, ότι οι αγορές, αν τις αφήσεις τελείως ανεξέλεγκτες, δεν βρίσκουν καμία ισορροπία, απλά οδηγούνται στη δική τους αυτοκαταστροφή.
Για να δικαιολογήσουν, λοιπόν, αυτό το ιδεολογικό τους κόλλημα, οι ευρωπαϊκές ελίτ θυμήθηκαν ξαφνικά το φάντασμα του γερμανικού υπερπληθωρισμού της Βαϊμάρης. Βγήκαν λοιπόν και είπαν ότι για όλα φταίνε οι κευνσιανές πολιτικές. Μόνο που η ιστορική αλήθεια λέει κάτι εντελώς διαφορετικό, αφού ο υπερπληθωρισμός τότε προκλήθηκε επειδή ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος χρηματοδοτήθηκε με αλλεπάλληλα χρέη αντί για φόρους, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και να εκτοξευθούν οι τιμές των εισαγωγών, καμία σχέση δηλαδή με τον Κέυνς.
Αλλά η νεοκλασική εμμονή να κοιτάνε μόνο τον πληθωρισμό και τη σταθερότητα των τιμών αποδείχθηκε εκτός τόπου και χρόνου, την ίδια ώρα που ο πλανήτης κινδύνευε από τον αποπληθωρισμό. Και πού κορυφώθηκε όλη αυτή η αντι-κευνσιανή υστερία; Την άνοιξη του 2010, ακριβώς πάνω στην πλάτη της Ελλάδας. Μια χώρα που αντιπροσώπευε μόλις το 2,5% του ΑΕΠ της ευρωζώνης μετατράπηκε τεχνητά στο απόλυτο «σκιάχτρο» για να τρομοκρατήσουν τους υπόλοιπους λαούς και να επιβάλουν άγρια μέτρα λιτότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Αυτό το ιδεολογικό οχύρωμα, όμως, άρχισε να μπάζει νερά όταν η ίδια η οικονομική πραγματικότητα διέψευσε τους δογματικούς της Ευρώπης. Η στάση της τότε κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά και η τεκμηριωμένη αμφισβήτηση των περίφημων «λανθασμένων δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών», που είχαν αναδειχθεί από την πρώτη στιγμή στα «Ζάππεια», ανάγκασαν τελικά την Τρόικα να παραδεχθεί το τραγικό της σφάλμα. Αποδείχθηκε στην πράξη αυτό που ο Κέυνς ονόμαζε «σφάλμα σύνθεσης», όταν, δηλαδή, κόβεις οριζόντια τους μισθούς, νομίζοντας ότι έτσι κάνεις τις επιχειρήσεις ανταγωνιστικές, το μόνο που καταφέρνεις είναι να φτωχαίνεις τους πάντες. Η συνολική κατανάλωση καταρρέει, οι τιμές πέφτουν, οι επενδυτές φοβούνται και κρατάνε τα λεφτά τους στην άκρη, κι έτσι η οικονομία βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην ύφεση.
Γι’ αυτό, όταν ξέσπασε η πανδημία και παρέλυσε τα πάντα, η Ευρώπη δεν είχε πλέον το περιθώριο για άλλες αυταπάτες. Η προηγούμενη πικρή εμπειρία τους έμαθε ότι σε μια τέτοια κρίση, αν δεν παρέμβει άμεσα και γενναία το κράτος, η καταστροφή θα είναι ολοκληρωτική. Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, ανέστειλαν το Σύμφωνο Σταθερότητας, χαλάρωσαν τους δημοσιονομικούς κανόνες και προχώρησαν στην έκδοση κοινού ευρωπαϊκού ομολόγου, δημιουργώντας το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο Κευνσιανισμός επέστρεψε πανηγυρικά από την κύρια είσοδο ως η επίσημη γραμμή της Ευρώπης. Και κάπως έτσι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρέθηκε ξαφνικά από το πουθενά να διαχειρίζεται το μεγαλύτερο πακέτο κοινοτικών πόρων που έχει δει ποτέ αυτή η χώρα.
Εδώ όμως είναι που ξεκινάει η μεγάλη ελληνική διαστρέβλωση. Η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε να πιστεύει αφελώς πως, επειδή τα χρήματα αυτά μοιράζονταν στο πλαίσιο μιας «έκτακτης κευνσιανής πρακτικής» για να κινηθεί η αγορά, η ίδια θα παρέμενε στο απυρόβλητο, εντελώς ανεξέλεγκτη και κανένας δεν θα έψαχνε να δει πού πραγματικά πηγαίνουν τα κονδύλια. Παρερμήνευσαν πλήρως τη θεωρία του Κέυνς, που έλεγε ότι σε περιόδους κρίσης ακόμα και μια «άχρηστη εργασία» παράγει εισόδημα και ενεργοποιεί την κατανάλωση, και θεώρησαν ότι πήραν το ελεύθερο να σπαταλάνε δημόσιο χρήμα χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν, αρκεί να «διοχετεύονται» τα κονδύλια. Μόνο που ο Κέυνς μιλούσε για διοχέτευση ρευστότητας στην κοινωνία και στους εργαζόμενους για να ζεσταθεί η κατανάλωση. Η κυβέρνηση, αντίθετα, μοίρασε τον παροξυσμό των δισεκατομμυρίων σε περίπου 30 μεγάλες εταιρείες και σε δικά της παιδιά, πιστεύοντας ότι η ευρωπαϊκή ευελιξία θα τη μετατρέψει σε μια ανέλεγκτη εξουσία.
Αυτή όμως η ψευδαίσθηση της απόλυτης ασυλίας και του «δικού μας μαγαζιού» αποδείχθηκε τεράστιο λάθος. Σήμερα, η κυβέρνηση βρίσκεται βαριά εκτεθειμένη, ελεγχόμενη από δεκαπέντε διαφορετικές πλευρές από τις ευρωπαϊκές δικαστικές αρχές και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ήδη στελέχη της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος βρίσκονται αντιμέτωπα με τη δικαιοσύνη με σοβαρότατες κατηγορίες για κατασπατάληση ευρωπαϊκών χρημάτων. Η ιστορική ειρωνεία είναι πραγματικά αμείλικτη, αφού η μεγάλη ευκαιρία που προσέφερε η επιστροφή στις κευνσιανές πολιτικές μετατράπηκε στην Ελλάδα στο μεγαλύτερο πάρτι διασπάθισης πόρων των τελευταίων ετών, απειλώντας να μετατρέψει τη χώρα μας, για άλλη μια φορά, στο αρνητικό παράδειγμα ολόκληρης της Ευρώπης.
Και το κερασάκι στην τούρτα; Για να «επιβραβεύσουν» οι Ευρωπαίοι αυτή την περιβόητη ελληνική υλοποίηση της «κευνσιανής» πολιτικής, αποφάσισαν – άκουσον άκουσον – να χρήσουν Πρόεδρο του Eurogroup τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών. Γιατί άραγε; Μήπως επειδή εκτίμησαν το πώς «διοχετεύθηκαν» τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης σε 30 «ημέτερους»; Μήπως επειδή ζήλεψαν το μοντέλο της ανεξέλεγκτης σπατάλης που ερευνάται τώρα από τις μισές δικαστικές αρχές της Ευρώπης; Ή μήπως απλά επειδή οι διευθυντές της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας προτιμούν πάντα κάποιον πειθήνιο, που να μπορούν να τον ελέγχουν πλήρως και να εκτελεί με ακρίβεια το συμβόλαιο, αρκεί τα φαινόμενα να καλύπτονται πίσω από ηχηρούς τίτλους και επικοινωνιακά προπετάσματα καπνού; Η απάντηση είναι προφανής και το αστείο, δυστυχώς, είναι ολόκληρο σε βάρος μας.

