Τρωτοί και ευάλωτοι απέναντι στην κλιματική αλλαγή και την κυβερνητική ολιγωρία

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Δεν είναι ότι δεν το ήξερα, μετά τις χίλιες δυο αφορμές που μου δόθηκαν, αλλά προτιμούσα να κλείνω τα μάτια και να το προσπερνώ για να μην πονάω. Να μην πονάω με την τραγική διαπίστωση ότι ζω σε μια ανοχύρωτη χώρα, τη χώρα μου, που μόλις προφέρω το όνομά της με σκεπάζει κάτι σαν ζεστό κύμα αναμνήσεων το οποίο κουβαλάει σαν ανεκτίμητο θησαυρό τη φωνή των προγόνων της μητέρας πατρίδας.

– Δεν είναι κάτι που δε γνωρίζεις αυτό που σου δημιουργεί πρόβλημα. Είναι αυτό που είσαι σίγουρος ότι γνωρίζεις, αλλά δεν είναι αλήθεια, λέει ο Αμερικανός συγγραφέας Mark Twain.

Κι εμείς οι Έλληνες παριστάνουμε πως γνωρίζουμε τον ένοχο για το ”τις πταίει” για την ανοχύρωτη Ελλάδας μας, αλλά δεν λέμε στον εαυτό μας την αλήθεια. Και δεν τη λέμε γιατί μάθαμε να την προσαρμόζουμε στα κομματικά συμφέροντα τα οποία κάναμε ατομικά μας.

Αν δεν λειτουργούσαμε έτσι, δε θα αναγνωρίζαμε έναν ένοχο (τον εκάστοτε πρωθυπουργό που δεν ψηφίσαμε ή ψηφίσαμε αλλά έπαψε να μας βολεύει) αλλά πολλούς – πολιτικούς και μη – οι οποίοι σκόρπισαν μέσα στα χρόνια την ομορφιά της Ελλάδας στους τέσσερις ανέμους.

Την ομορφιά της Ελλάδας που απονευρώθηκε σιγά σιγά αξιακά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, περιβαλλοντικά. Και δε φταίει η… κλιματική αλλαγή γι’ αυτό, γιατί – και στην τελευταία περίπτωση, αν εξαιρέσουμε τις ακραίες καιρικές εκφάνσεις των τελευταίων χρόνων που κατέστησαν μόνιμα πυρόπληκτη την Ελλάδα – οι υψηλές εποχιακές θερμοκρασίες την έκαναν να υποφέρει ανέκαθεν (τα έτη 1987, 1995-97, 2007, 2018 είναι μαύρα ορόσημα), γιατί συνοδεύονταν από καταστροφικές πυρκαγιές σχεδόν πάντα.

Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ είχαμε επίγνωση και δυσάρεστη εμπειρία από αυτές, δεν φροντίσαμε – ως οργανωμένη Πολιτεία, Τοπική Αυτοδιοίκηση και κοινωνία – να πάρουμε μέτρα πρόληψης και να ενισχύσουμε, να αναβαθμίσουμε την αντιπυρική προστασία της χώρας.

Να την αναβαθμίσουμε και να την προστατέψουμε όχι μόνο απ’ τους εμπρηστές, αλλά κι από τους ασυνείδητους πολίτες που καίνε σκουπίδια σε παράνομες χωματερές μέσα στα δάση (για τις οποίες μας επέβαλε πρόστιμο η ΕΕ επανειλημμένα) ή πετούν το αποτσίγαρό τους σε δασικούς δρόμους ανά την επικράτεια αδιαφορώντας πως η κίνησή τους αυτή ισοδυναμεί με ωρολογιακή βόμβα.

Στην αποφυγή μετατροπής των σκουπιδιών σε ”εκρηκτική ύλη” θα μπορούσαν να συμβάλουν, φυσικά, οι Δήμοι της χώρας μας δημιουργώντας – σε συνεργασία με το κράτος – μονάδες θερμικής επεξεργασίας απορριμμάτων.

Αποριμμάτων τα οποία θα μετατρέπονται από παθητική σε ενεργητική πρώτη ύλη που θα μπορεί να ενισχύσει την κατά τόπους παραγωγή ενέργειας και να γίνει αφορμή για πώληση σκουπιδιών και κερδοφορία κατά τα πρότυπα των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης.

Αλλά θα μου πείτε πως ήταν και θα παραμείνουν όνειρα για μας τους Έλληνες όλα αυτά απ’ τη στιγμή που δεν αποφασίζουμε να κάνουμε το βήμα μπροστά, μαθημένοι να ζούμε εφησυχασμένοι στη σκιά των ενδόξων προγόνων οι οποίοι μας άφησαν μάταια ως παρακαταθήκη την επινοητικότητα και την προνοητικότητα.

Και μην χαρακτηρίσετε πικρόχολες τις διαπιστώσεις μου για μας τους σημερινούς, γιατί η αλήθεια θα σας διαψεύσει, αφού παραμένουμε στα ίδια επίπεδα που είμαστε χρόνια στο θέμα της διαχείρισης σκουπιδιών.

Ούτε τα καίμε ούτε τα πουλάμε, με λίγα λόγια, παρά μόνο τα ”ενταφιάζουμε”, τα ”αδρανοποιούμε”, με αποτέλεσμα να γεμίζουμε την πατρίδα μας με παράνομες χωματερές οι οποίες μολύνουν το περιβάλλον και αποτελούν μόνιμες εστίες πρόκλησης πυρκαγιών κάθε καλοκαίρι.

Ακούω να αναρωτιέστε μερικοί για τους… αγώνες που δίνουν οι οικολόγοι Ελλάδας, υποτίθεται, ή όσοι πολιτικοί ενδιαφέρονται για την ”πράσινη ανάπτυξη” εδώ και χρόνια τασσόμενοι αναφανδόν υπέρ της ανακύκλωσης των σκουπιδιών (η οποία καταλήγει στις χωματερές τελικά), αλλά όχι της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής που μας απασχολεί τα τελευταία χρόνια.

Θα σας έλεγα ότι όλα γίνονται για το θεαθήναι, μέχρι να πάρουν τα χρήματα των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων στο χέρι οι… ”φίλοι της φύσης” αδιαφορώντας για τις πρωτοβουλίες κλεισίματος των παράνομων χωματερών που υποσχέθηκαν (και για τις οποίες έχουν πληρωθεί). Χωματερών που αποτελούν τη δεύτερη κύρια αιτία πρόκλησης πυρκαγιών στη χώρα μας (μετά τους εμπρησμούς από αμέλεια ή πρόθεση) και δεν επηρεάζουν ή επηρεάζονται απ’ την κλιματική αλλαγή.

Κοντά σ’ αυτήν την μόνιμη αιτία πρόκλησης πυρκαγιάς είναι φυσικά και το απαρχαιωμένο δίκτυο της ΔΕΗ ανά την Ελλάδα με υπέργειες υποδομές κι όχι υπόγειες και σύγχρονες (όπερ σημαίνει ότι η επένδυση σε υποδομές ενέργειας επείγει, όπως και η εγκατάσταση εσωτερικού δικτύου φυσικού αερίου).

Σημειωτέον ότι το γερασμένο δίκτυο της ΔΕΗ δεν έχει εφεδρική ισχύ για την πλήρη ηλεκτροκίνηση που απαιτείται. Αποτέλεσμα αυτού είναι η πρόκληση πυρκαγιών κατά τόπους, γιατί οι μετασχηματιστές του δικτύου – πυρακτωμένοι απ’ τις υψηλές θερμοκρασίες του καύσωνα – εκπέμπουν σπινθήρες και εκρήγνυνται, με αποτέλεσμα να παίρνουν φωτιά τα δάση.

Όμως φωτιά δεν παίρνουν μόνο τα δάση σε ”πυρίκαυστες” περιόδους για την Ελλάδα. Φωτιά παίρνουν και τα βοσκοτόπια στην ύπαιθρο χώρα, τα οποία – συνταγματικά – έχουν ενταχθεί στα δάση, εκτός από την περίπτωση οριοθετημένου βοσκότοπου για κτηνοτροφική χρήση. Κάτι που δίνει… ιδέες σε κάποιους για πυρπόληση των δασών, με σκοπό να αποκτήσουν βοσκοτόπια.

Το κακό είναι ότι τόσο σ’ αυτά όσο και στα μικρά και μεγάλα μας δάση (όσα μας απέμειναν, τουλάχιστον) δεν αξιωθήκαμε να φτιάξουμε τόσα χρόνια – σαν κράτος και σαν Τοπική Αυτοδιοίκηση – δασικούς δρόμους και ζώνες πυρασφάλειας.

Αν έχουν μπει μάλιστα στα προγράμματα Natura, τότε είναι που δεν μπορεί να παρέμβει κανείς ούτε για επιδιορθώσεις σε… τσαρδιά αγροτών και βοσκών ή για να αξιοποιήσουν τα βοσκοτόπια που έγιναν λόγγοι εκεί που ήταν παλιά σπαρτοχώραφα.

Κι όμως πόσο χρήσιμο θα ήταν αν αναθεωρείτο συνταγματικά το άρθρο 24 του 1975 για τα βοσκοτόπια και αποχωρίζονταν από ”δάση” τα βοσκοτόπια, ώστε να μπορούν να καλλιεργηθούν και πάλι τα εγκαταλελειμμένα απ’ τους γεωργούς πατρογονικά τους χωράφια…

Με τον τρόπο αυτό θα αφοπλίζονταν οι εμπρηστές τους σε όλη την ελληνική επικράτεια και τα πραγματικά δάση δε θα ήταν μόνο ”αποθήκες” οξυγόνου και καταφύγιο ζώων και πτηνών για τον τόπο μας, αλλά και περιοχές αδειοδοτημένης υλοτομίας, με την προϋπόθεση που ισχύει στο εξωτερικό: αυτήν της άμεσης δεντροφύτευσης νέων δέντρων στη θέση των κομμένων.

Γιατί, αν δε γίνει το τελευταίο, τότε είναι βέβαιο ότι θα συμβεί αυτό που φοβούνται σήμερα οι κάτοικοι των περιοχών που έγιναν παρανάλωμα του πυρός στην ύπαιθρο και την Βόρεια Αττική. Ότι, δηλαδή, του χρόνου τέτοιο καιρό θα δουν ”φυτρωμένα” στη θέση τους οικόπεδα με εξοχικά… υπεραξίας προς δικαίωση των ντόπιων και ξένων εμπρηστών (Τούρκων, κυρίως, οι οποίοι ήδη μας είχαν κάψει τη διετία 1995-’97, καθ’ ομολογία του π. πρωθυπουργού της Τουρκίας Μεσούτ Γιλμάζ, τον Δεκέμβριο του 2011).

Μέχρι τότε όμως – μέχρι του χρόνου τέτοιο καιρό, δηλαδή – θα έχει μεσολαβήσει η εργώδης, όπως υποσχέθηκαν ο πρωθυπουργός και ο Κώστας Καραμανλής τζούνιορ, προσπάθεια αποκατάστασης ή ανακατασκευής των σαθρών αντιπυρικών υποδομών και η αναστήλωση των ερειπίων των καμένων σπιτιών και της ζωής των ιδιοκτητών τους.

Η κυβέρνηση δια του πρωθυπουργού κλήθηκε να απολογηθεί στον ελληνικό λαό – δια των Μέσων Ενημέρωσης – για τα ελλιπή μέσα προστασίας που πήρε, ενώ γνώριζε ήδη σε ποια τραγωδία μπορούν να οδηγήσουν οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον τόπο μας απ’ το ’18 (Μάτι) της ανθρώπινης τραγωδίας.

Κλήθηκε να ”απολογηθεί”, προπάντων, για τα εύλογα ερωτήματα που προέκυψαν γύρω απ’ την ανυπαρξία προγράμματος αντιμετώπισης πυρκαγιών, το θέμα των αιολικών πάρκων [σημειωτέον ότι άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (ανεμογεννήτριες) στο Μαντούδι της Εύβοιας είχε πάρει ήδη η εταιρεία ”Αιολική Μαρμαρίου Ευβοίας Μ.Α.Ε”, μέλος του ομίλου ”ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ” (εταιρεία παραγωγής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας)] και την ανάμειξη του ονόματος της Προέδρου της Δημοκρατίας στην απόφαση 1499/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας (όπου η κ. Σακελλαροπούλου εισηγήθηκε τη δημιουργία αιολικού πάρκου σε αναδασωτέα έκταση στην Εύβοια, κάτι που απαγορεύει το άρθρο 117, παρ 3 του συντάγματος ακόμα και για λόγους δημοσίου συμφέροντος).

Κλήθηκε να ”απολογηθεί”, προπάντων στην κραυγή αγωνίας του κόσμου που έχασε την περιουσία του και συσσώρευσε την απελπισία του στη φράση-καταγγελία: Μας άφησαν να καούμε!!!”…

Η κλήση, ωστόσο, σε ”απολογία” δεν βρήκε ανταπόκριση, γιατί ο πρωθυπουργός τα έριξε όλα ή σχεδόν όλα στην ”κλιματική αλλαγή”, την ”κλιματική κρίση” επιμένοντας κυρίως σε δυο πράγματα:

• Στο ότι θα φέρει ”κλιματικό νόμο” που θα καλύψει τις όποιες αδυναμίες ανταπόκρισης της Πολιτείας στο θέμα της αντιπυρικής προστασίας στη χώρα μας. Και

• Ότι έχει βασικό στόχο του την προστασία της ανθρώπινης ζωής (”Δεν θρηνήσαμε θύματα με 100 φωτιές κάθε ημέρα”) και την άμεση απόδοση γενναίων αποζημιώσεων στους πυρόπληκτους.

Η αλήθεια (όχι η ιστορική) είναι ένα νόμισμα με δυο όψεις, λένε. Για να είμαστε δίκαιοι, λοιπόν, θα πρέπει κι εμείς – ως λαός – να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι στο ζήτημα των πολιτικών ευθυνών που αναλογούν στις εκάστοτε ηγεσίες μας.

Όπερ σημαίνει ότι θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αμφότεροι οι πρωθυπουργοί της τελευταίας πενταετίας-εξαετίας βρήκαν ως πρόσχημα την ”κλιματική αλλαγή” για να μην κάνουν τίποτα από αυτά που μπορούσαν να κάνουν στον τομέα πρόληψης πυρκαγιών και δημιουργίας υποδομών αντιπυρικής προστασίας.

Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε, επίσης, ότι – παρά τα όσα προπαγανδιστικά λέγονται για μικροκομματικούς καθαρά λόγους – η χειρότερη πυρκαγιά παραμένει εκείνη του ’18 στο Μάτι, όπου θρηνήσαμε 103 νεκρούς που έχασαν τη ζωή τους μέσα σε δύο ώρες κάτω απ’ τις πιο φρικτές συνθήκες που θα μπορούσε να φανταστεί άνθρωπος, ενώ η θερμοκρασία κυμαινόταν σε λογικά για την εποχή επίπεδα (37 βαθμοί Κελσίου) και όχι σε συνθήκες πολυήμερου καύσωνα και παρατεταμένης ανομβρίας όπως αντιμετωπίζουμε τώρα.

Κάτι που σημαίνει ότι στοιχειωδώς, τουλάχιστον, ανταποκρίθηκε επιχειρησιακά σήμερα το κράτος αποφεύγοντας το χειρότερο: την επανάληψη της ανθρώπινης τραγωδίας που γνωρίσαμε το 2007 με τις πυρκαγιές στην Ηλεία και τις ακόμα οδυνηρότερες του ’18, όπου τα θύματα που έγιναν παρανάλωμα του πυρός ξεπέρασαν την εκατόμβη.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο προβληματισμός μας είναι υπαρκτός για το ανοχύρωτο της πατρίδας μας απέναντι στις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Κι αυτός ο προβληματισμός (που εστιάζει στο πόσο ”τρωτοί και ”ευάλωτοι” είμαστε απέναντι στην κλιματική αλλαγή και την κυβερνητική αμεριμνησία) γίνεται συν τω χρόνω αγωνία. Αγωνία επιβίωσης, η οποία – αν δεν απαντηθεί με μέτρα ουσίας το γρηγορότερο – θα προδιαγράψει σε βάρος μας δυσοίωνους οιωνούς για το μέλλον…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.