Η ψυχή της Ελλάδας δεν χωράει σε κομματικά στεγανά και επιδοτούμενη απασχόληση
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η ρητορική περί της «ψυχής» της παράταξης που ξεδίπλωσε ο Παύλος Μαρινάκης, με αφορμή το 16ο συνέδριο του κόμματος σε συνέντευξη του σε τηλεοπτικό σταθμό, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια τυπική άσκηση εσωκομματικής συνοχής, αν δεν ερχόταν σε πλήρη και προκλητική αντίθεση με τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα που βιώνει η χώρα.
Ενώ, λοιπόν, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχειρεί να οριοθετήσει την ιστορική ταυτότητα του κόμματος αποκλείοντας όσους διαφωνούν και υμνώντας τη στασιμότητα της «πίστης», η πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ αποκαλύπτει μια οδυνηρή αλήθεια, ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στα επίπεδα του 2000. Αυτή η στασιμότητα δύο δεκαετιών δεν είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης, αλλά το καθρέφτισμα μιας πολιτικής που προτιμά να συντηρεί πολίτες-ομήρους παρά να απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας.
Αυτή η καθήλωση της παραγωγικότητας εξηγεί γιατί η πολυδιαφημισμένη ανάπτυξη της κυβέρνησης μοιάζει με οικοδόμημα σε πήλινα πόδια, καθώς στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην ποσοτική αύξηση της απασχόλησης και όχι στην ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας. Στην πραγματικότητα, φαίνεται πως δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας που εξυπηρετούν περισσότερο την ανάγκη της εξουσίας να εμφανίζει στατιστικές επιτυχίες παρά την ανάγκη της χώρας για ουσιαστικό έργο.
Όταν η οικονομία δεν παράγει νέα αξία, η αύξηση της απασχόλησης μετατρέπεται σε μια διαδικασία ανακύκλωσης της φτώχειας, όπου οι εργαζόμενοι παραμένουν δέσμιοι επιδοτούμενων προγραμμάτων και παροχών χωρίς καμία προοπτική για πραγματική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου ή μακροχρόνια σύγκλιση με την Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η αναφορά του κ. Μαρινάκη στους «ανώνυμους αγωνιστές» που προσέρχονται στα συνέδρια αποκτά μια κυνική χροιά, αφού πολλοί από αυτούς δεν αναζητούν πλέον το ιδεολογικό όραμα, αλλά μια θέση απασχόλησης για την επιβίωση τους. Και είναι βαθιά ανήθικο για μια κυβέρνηση να εκμεταλλεύεται την ανάγκη του πολίτη για εργασία, κρατώντας τον εγκλωβισμένο σε ένα μοντέλο που συντηρείται από το κράτος και όχι από την παραγωγική ισχύ της ίδιας της οικονομίας. Η διαιώνιση της εξουσίας μέσω μιας ιδιότυπης ομηρίας με επιδόματα και πρόσκαιρες θέσεις εργασίας στερεί από την κοινωνία την αξιοπρέπεια και το μέλλον, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να «πουλάνε την ψυχή τους» για τα αυτονόητα.
Αυτή ακριβώς η ανάγκη για αξιοπρέπεια και αλήθεια είναι που κάνει τη φωνή του Αντώνη Σαμαρά να φοβίζει το κυβερνητικό στρατόπεδο, καθώς η δική του αναφορά στην «ψυχή» δεν αφορά την κομματική νομιμοφροσύνη, αλλά την ψυχή μιας Ελλάδας που αρνείται να συμβιβαστεί με τη διαχείριση της μιζέριας. Η εμπειρία κυβερνησιμότητας του Αντώνη Σαμαρά, σε περιόδους ακραίας εθνικής κρίσης, υπενθυμίζει ένα μοντέλο διακυβέρνησης που δεν φοβήθηκε να συγκρουστεί για τις ιδέες του και να επιδιώξει την παραγωγή έργου υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες, αντί να οχυρώνεται πίσω από επικοινωνιακά τεχνάσματα. Το δικό του μοντέλο δεν βασίστηκε στην επιδοματική εξάρτηση, αλλά σε μια προσπάθεια δομικής ανασυγκρότησης που σήμερα μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί χάριν μιας διαχειριστικής άνεσης. Και εδώ έρχεται η ανάγκη για μια Νέα Μεταπολίτευση…
Η ανάγκη για μια «Νέα Μεταπολίτευση», λοιπόν, προκύπτει από το γεγονός ότι η σημερινή παράταξη φαίνεται να έχει αποκοπεί από τις ιστορικές της ρίζες και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, επιλέγοντας τον δρόμο του «υπερπατριωτισμού» της καρέκλας και της οικονομικής στασιμότητας. Το παράδειγμα διακυβέρνησης Σαμαρά, με τις ξεκάθαρες ιδεολογικές γραμμές και την πίστη στην εθνική ισχύ μέσω της παραγωγής, αναδεικνύει το κενό μιας πολιτικής που σήμερα αρκείται στο να «μοιράζει» θέσεις σε όσους μένουν πιστοί στο κομματικό μαντρί.
Τελικά, η εμμονή σε κομματικά στεγανά, όπως την περιέγραψε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για την υιοθέτηση των ριζικών μεταρρυθμίσεων που προτείνει ο ΣΕΒ και το ΙΟΒΕ. Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλους δέσμιους της κρατικής μέριμνας, αλλά μια πραγματική αναγέννηση που θα στηρίζεται στην παραγωγικότητα, την αξιοκρατία και την εθνική αυτοπεποίθηση, αφήνοντας πίσω τις μικροπολιτικές περιχαρακώσεις του σήμερα.

