Το κεφάλαιο που παράγει και ο πλούτος που συσσωρεύεται

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού

Η πρόσφατη παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά από την Καλαμάτα δεν ήταν απλώς μία ακόμη εσωκομματική διαφωνία με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ήταν μια βαθύτερη ιδεολογική παρέμβαση, που αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής και θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα για το ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός της οικονομίας. Να συσσωρεύεται πλούτος στα χέρια λίγων ή να δημιουργείται κεφάλαιο που παράγει νέο πλούτο, νέες θέσεις εργασίας και πραγματικές ευκαιρίες για την κοινωνία;

Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της διάκρισης ανάμεσα στον κοινωνικό φιλελευθερισμό που υπερασπίζεται ο Σαμαράς και στο οικονομικό μοντέλο που εφαρμόζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και για να καταλάβουμε τη διαφορά, πρέπει να επιστρέψουμε σε μια από τις θεμελιώδεις αρχές της κλασικής οικονομικής σκέψης, όπως τη διατύπωσε ο Άνταμ Σμιθ.

Σε μια υγιή οικονομία, αναφέρει στο όγδοο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Πλούτου των εθνών, η ευημερία του ενός μπορεί να γίνει πηγή ευημερίας και για τον άλλον. Όταν ένας άνθρωπος διαθέτει εισόδημα, μπορεί να αγοράσει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγει κάποιος άλλος. Όταν μια επιχείρηση αναπτύσσεται, μπορεί να προσλάβει εργαζομένους, να αυξήσει την παραγωγή της και να δημιουργήσει πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα. Το ατομικό κέρδος μπορεί, επομένως, να μετατραπεί σε συλλογικό όφελος, αρκεί να υπάρχει ένας ζωντανός κύκλος παραγωγής, εισοδήματος, κατανάλωσης και επένδυσης.

Αυτή είναι η μεγάλη δύναμη της οικονομίας της αγοράς. Δεν βρίσκεται απλώς στη δυνατότητα κάποιου να γίνει πλούσιος, αλλά στη δυνατότητα ο πλούτος που δημιουργείται να τροφοδοτεί έναν νέο κύκλο παραγωγής και ευημερίας. Γιατί, αν ο εργαζόμενος δεν έχει εισόδημα, δεν μπορεί να αγοράσει τα προϊόντα της επιχείρησης. Αν η μικρομεσαία επιχείρηση δεν έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση, δεν μπορεί να επεκταθεί. Και αν ο παραγωγός δεν μπορεί να καλύψει το κόστος της ενέργειας, των πρώτων υλών και της εργασίας, δεν μπορεί να παραμείνει ανταγωνιστικός. Η οικονομία δεν είναι μια απομονωμένη διαδικασία στην οποία ο καθένας μπορεί να κερδίζει ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους. Είναι ένα σύστημα αλληλεξαρτήσεων, στο οποίο η ευημερία των πολλών αποτελεί προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη του συνόλου.

Εδώ, όμως, βρίσκεται και η κρίσιμη διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Άλλο είναι ο πλούτος και άλλο το κεφάλαιο. Ο πλούτος είναι αυτό που κάποιος έχει στην κατοχή του. Το κεφάλαιο είναι αυτό που θέτει στην υπηρεσία της παραγωγής. Τα χρήματα που παραμένουν αδρανή, τα περιουσιακά στοιχεία που αξιοποιούνται αποκλειστικά για προσόδους ή ο πλούτος που κατευθύνεται σε δραστηριότητες χωρίς ουσιαστική παραγωγική συμβολή δεν επιτελούν τον ίδιο ρόλο με τα κεφάλαια που επενδύονται σε μια βιομηχανία, σε μια σύγχρονη αγροτική μονάδα, σε μια εξαγωγική επιχείρηση, στην έρευνα, στην τεχνολογία ή στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο καπιταλισμός ονομάζεται κεφαλαιοκρατία. Στην καρδιά του δεν βρίσκεται απλώς η κατοχή του πλούτου, αλλά η αξιοποίηση του κεφαλαίου για τη δημιουργία νέας παραγωγής. Η μεγάλη ιστορική τομή της νεωτερικής οικονομίας ήταν ακριβώς η ανάδυση μιας νέας αντίληψης, ότι τα κέρδη δεν προορίζονται μόνο για κατανάλωση ή συσσώρευση, αλλά πρέπει να επανεπενδύονται, ώστε να αυξάνεται η παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας. Όχι, λοιπόν, ο πλούτος του Σκρουτζ Μακ Ντακ, κλειδωμένος σε ένα θησαυροφυλάκιο για να μετριέται ξανά και ξανά, αλλά το κεφάλαιο που επιστρέφει στην αγορά, χρηματοδοτεί νέες δραστηριότητες, δημιουργεί εισοδήματα και γεννά πρόσθετο πλούτο.

Η βασική εντολή της παραγωγικής οικονομίας είναι τα κέρδη από την παραγωγή να μετατρέπονται σε νέες παραγωγικές επενδύσεις. Δεν σημαίνει ότι κάθε κέρδος πρέπει υποχρεωτικά να επανεπενδύεται ή ότι κάθε επένδυση είναι εξ ορισμού ωφέλιμη. Σημαίνει, όμως, ότι μια οικονομία δεν μπορεί να στηρίζει τη μακροχρόνια ευημερία της μόνο στη συσσώρευση περιουσιακών στοιχείων, στην κατανάλωση ή στην αναζήτηση εύκολων αποδόσεων. Χρειάζεται διαρκή ανανέωση της παραγωγικής της βάσης, νέες επιχειρήσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, εξαγωγές και θέσεις εργασίας που δημιουργούν πραγματική προστιθέμενη αξία.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ουσιαστική πολιτική διαφορά ανάμεσα στον Αντώνη Σαμαρά και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο Σαμαράς θέτει στο επίκεντρο το παραγωγικό κεφάλαιο, δηλαδή τους πόρους που μπορούν να μετατραπούν σε εργασία, επενδύσεις και εθνική παραγωγική ισχύ. Το κυβερνητικό μοντέλο, αντίθετα, δίνει την εικόνα μιας οικονομίας στην οποία η αύξηση του πλούτου, η άνοδος ορισμένων περιουσιακών αξιών και η υψηλή κερδοφορία συγκεκριμένων κλάδων προβάλλονται ως επαρκείς αποδείξεις συνολικής επιτυχίας, ακόμη κι όταν η διάχυση των ωφελειών στην κοινωνία παραμένει περιορισμένη και η παραγωγική βάση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές αδυναμίες.

Η διαφορά δεν είναι ότι ο ένας υποστηρίζει την επιχειρηματικότητα και ο άλλος όχι. Ούτε ότι η κερδοφορία είναι από μόνη της κάτι αρνητικό. Το ερώτημα είναι ποια επιχειρηματικότητα ενισχύεται, ποιοι έχουν πρόσβαση στο κεφάλαιο και αν τα κέρδη μετατρέπονται σε παραγωγικές δυνατότητες για το σύνολο της οικονομίας. Γιατί μια χώρα μπορεί να έχει επιχειρήσεις με υψηλά κέρδη, αυξανόμενες περιουσιακές αξίες και εντυπωσιακούς χρηματοοικονομικούς δείκτες, αλλά να εξακολουθεί να στερείται επαρκούς βιομηχανικής βάσης, να εξαρτάται από εισαγωγές και να δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της. Μπορεί, με άλλα λόγια, να συσσωρεύει πλούτο χωρίς να δημιουργεί στον ίδιο βαθμό το παραγωγικό κεφάλαιο που χρειάζεται για να εξασφαλίσει το μέλλον της.

Αυτή είναι η αντίφαση που αναδεικνύεται στην ελληνική οικονομία. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επικαλείται τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και τους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά η πραγματική αξιολόγηση της πολιτικής της δεν μπορεί να περιορίζεται σε αυτούς τους δείκτες. Πρέπει να εξετάσουμε πώς κατανέμεται το κόστος, πού κατευθύνονται οι επενδύσεις και αν η οικονομική δραστηριότητα δημιουργεί διαρκείς δυνατότητες παραγωγής. Όταν τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια, οι επαγγελματίες από το λειτουργικό κόστος και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις από τις δυσκολίες χρηματοδότησης, δεν αρκεί να διαπιστώνουμε ότι η οικονομία αναπτύσσεται. Πρέπει να αναρωτηθούμε ποιοι συμμετέχουν σε αυτή την ανάπτυξη και ποιοι μένουν έξω από αυτήν.

Το ίδιο ισχύει για τα υπερπλεονάσματα. Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αναγκαία. Έχει σημασία, όμως, αν τα πλεονάσματα στηρίζονται σε μια διευρυνόμενη παραγωγική βάση ή αν ένα σημαντικό μέρος των εσόδων προέρχεται από την υψηλή φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης, σε μια περίοδο που τα εισοδήματα δοκιμάζονται από τις ανατιμήσεις. Όταν το κράτος εισπράττει περισσότερα, αλλά οι πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους και οι μικρές επιχειρήσεις αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη τους, τότε η δημοσιονομική επιτυχία δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε κοινωνική και παραγωγική πρόοδο.

Το κεφάλαιο, όμως, δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Χρειάζεται επιχειρήσεις με δυνατότητα πρόσβασης σε χρηματοδότηση, ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, σταθερό φορολογικό πλαίσιο και θεσμούς που εξασφαλίζουν πραγματικό ανταγωνισμό. Χρειάζεται μια Πολιτεία που δεν θα αρκείται στην είσπραξη φόρων και στην παρουσίαση θετικών δεικτών, αλλά θα διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για να επενδύσουν περισσότεροι, να παράγουν περισσότεροι και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Γιατί, όταν η χρηματοδότηση κατευθύνεται δυσανάλογα σε όσους διαθέτουν ήδη ισχυρή οικονομική θέση, ενώ βιώσιμες μικρότερες επιχειρήσεις παραμένουν αποκλεισμένες, η αγορά δεν αξιοποιεί το σύνολο των παραγωγικών της δυνατοτήτων.

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός που προβάλλει ο Σαμαράς δεν αντιστρατεύεται, επομένως, την ελεύθερη αγορά. Υποστηρίζει μια αγορά που παράγει, δημιουργεί ευκαιρίες και επιτρέπει στα οφέλη της οικονομικής δραστηριότητας να διαχέονται ευρύτερα. Δεν αντιμετωπίζει το κέρδος ως εχθρό, αλλά απορρίπτει την αντίληψη ότι η κερδοφορία των ισχυρών αρκεί για να αποδειχθεί πως ευημερεί η χώρα. Και δεν θεωρεί ότι το κράτος πρέπει να υποκαθιστά την επιχειρηματικότητα, αλλά ότι οφείλει να εγγυάται τους κανόνες που επιτρέπουν στον ανταγωνισμό να λειτουργεί και στην παραγωγική προσπάθεια να βρίσκει χώρο και χρηματοδότηση.

Γι’ αυτό και οι προτάσεις του για τη μείωση του ΦΠΑ, την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους, τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη δημιουργία ενός Εθνικού Ταμείου πρέπει να αξιολογούνται μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο. Δεν είναι απλώς μέτρα ανακούφισης ούτε μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας δημοσιονομικής διαχείρισης. Εκφράζουν την ανάγκη να μετακινηθεί το κέντρο βάρους της οικονομικής πολιτικής από τη στενή διαχείριση των αριθμών στην ενίσχυση της παραγωγής. Να αποκτήσουν περισσότερες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επενδύσουν, να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους και να ανταγωνιστούν σε διεθνές επίπεδο. Να δημιουργηθούν συνθήκες ώστε ο πλούτος που παράγεται να μη μένει απλώς πλούτος, αλλά να μετατρέπεται σε κεφάλαιο που τροφοδοτεί την επόμενη γενιά οικονομικής δραστηριότητας.

Αυτή η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες στην παραγωγή και στις εξαγωγές. Η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα, οι ανισορροπίες στο εξωτερικό ισοζύγιο και η ανάγκη αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων για τη δημιουργία διαρκών παραγωγικών δυνατοτήτων δεν αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακές διακηρύξεις. Αντιμετωπίζονται με ένα εθνικό σχέδιο που συνδέει τη χρηματοδότηση με τη μεταποίηση, την αγροτική παραγωγή, τη βιομηχανία, την τεχνολογία, την έρευνα και την εξωστρέφεια. Γιατί τα ευρωπαϊκά κονδύλια μπορούν να δώσουν σημαντική ώθηση στην οικονομία, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την απουσία μιας συνεκτικής στρατηγικής για το τι θα παράγει η χώρα όταν αυτοί οι πόροι περιοριστούν.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από την αντιπαράθεση Σαμαρά – Μητσοτάκη. Δεν αφορά απλώς το ύψος των φόρων, την κατανομή των επιδομάτων ή την επίτευξη ενός ακόμη δημοσιονομικού στόχου. Αφορά το αν η Ελλάδα θα οικοδομήσει μια οικονομία που δημιουργεί διαρκώς νέες παραγωγικές δυνατότητες ή αν θα αρκεστεί σε μια ανάπτυξη που μπορεί να αυξάνει τον συνολικό πλούτο, χωρίς να ενισχύει στον ίδιο βαθμό την παραγωγική της αυτονομία και την κοινωνική ευημερία.

Η διάκριση είναι ουσιαστική. Ο πλούτος μπορεί να συγκεντρώνεται, αλλά το κεφάλαιο πρέπει να κινείται. Ο πλούτος μπορεί να αποτυπώνεται σε περιουσίες και λογαριασμούς, αλλά το κεφάλαιο αποκτά την πλήρη οικονομική του σημασία όταν χρηματοδοτεί την παραγωγή, δημιουργεί θέσεις εργασίας, αυξάνει την παραγωγικότητα και ανοίγει νέες δυνατότητες για την κοινωνία. Και εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε μια οικονομία που απλώς καταγράφει κέρδη και σε μια οικονομία που δημιουργεί μέλλον.

Αν, λοιπόν, θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για την ανάπτυξη, πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τους αριθμούς ως αυτοτελή απόδειξη επιτυχίας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσος πλούτος παράγεται, αλλά τι γίνεται με αυτόν, ποιοι συμμετέχουν στην παραγωγή του και αν η οικονομία αποκτά μεγαλύτερη δύναμη να σταθεί στα πόδια της. Αυτή είναι η ουσία του κοινωνικού φιλελευθερισμού που προβάλλει ο Αντώνης Σαμαράς, μια οικονομία, δηλαδή, της παραγωγής, της δημιουργίας και της ευκαιρίας, όπου η επιχειρηματική επιτυχία δεν αποσυνδέεται από την κοινωνική πρόοδο.

Γιατί, τελικά, η πραγματική διαφορά δεν βρίσκεται ανάμεσα στον πλούτο και στη φτώχεια, ούτε ανάμεσα στην αγορά και στο κράτος. Βρίσκεται ανάμεσα σε έναν πλούτο που απλώς συσσωρεύεται και σε ένα κεφάλαιο που δημιουργεί νέο πλούτο. Ανάμεσα σε μια οικονομία που μετρά την επιτυχία της με βάση όσα συγκεντρώνουν οι ισχυροί και σε μια οικονομία που κρίνεται από όσα μπορούν να δημιουργήσουν οι πολλοί. Και αυτή είναι η πολιτική και ιδεολογική επιλογή που βρίσκεται σήμερα μπροστά στη χώρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.