Το γιατί και το πώς αιτήθηκε ο Ανδρέας Λεντάκης την αποφυλάκιση των Απριλιανών

Γράφει ο Κωνσταντίνος Λεντάκης, διδάκτορας του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

Με αφορμή την επέτειο του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967 δίνω για αναδημοσίευση το άρθρο του Ανδρέα Λεντάκη υπέρ της αποφυλάκισης των Απριλιανών που είχε δημοσιεύτεί στις 13 Απριλίου 1995 από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

Παρότι ο Ανδρέας Λεντάκης υπέφερε διώξεις και σωματική κακοποίηση από το καθεστώς των Απριλιανών, για την οποία είχε καταθέσει σε επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης ενώ παρέμενε πολιτικός κρατούμενος, από το 1989 ως βουλευτής και πρόεδρος της ΕΔΑ τάχθηκε υπέρ της αποφυλάκισης των Απριλιανών, θέση την οποία και επανέλαβε ως βουλευτής και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Πολιτικής Άνοιξης από το 1993 και έπειτα. Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2021 συμπαθούντες της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη δημιούργησαν ένα πολιτικό κίνημα υπέρ της αποφυλάκισης ενός από τους μαζικούς δολοφόνους της, χρησιμοποιώντας ως σύνθημα τη φράση του Α. Λεντάκη ότι η δημοκρατία δεν εκδικείται.

Αφενός, έλειπε το κύρος του Λεντάκη από τους υποστηρικτές της 17 Νοέμβρη, επειδή οι ίδιοι ποτέ τους δεν υπήρξαν θύματα αυτής της οργάνωσης, αφετέρου οι ίδιοι αρνούνται την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού από την αρχαιότητα έως σήμερα, πέραν του ότι ήταν πολέμιοι στην πρόταση του Α. Λεντάκη για την αποφυλάκιση των Απριλιανών. Συνεπώς, οι συμπαθούντες ενός μαζικού δολοφόνου, εν αγνοία τους έκαναν σύνθημα μια φράση, η οποία επικαλείται την ιστορική συνέχεια στο δημοκρατικό μας πολίτευμα από την Αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου π.Χ αιώνα. Ωστόσο, εν αντιθέσει με την εξάλειψη της απειλής μιας νέας επιβολής στρατιωτικής δικτατορίας, η τρομοκρατία εξακολουθεί να υφίσταται στην Ελλάδα και να δολοφονεί, με πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτό του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ. Η δημοκρατία οφείλει να μην επιτρέψει να αποφυλακιστούν οι μαζικοί δολοφόνοι της 17 Νοέμβρη, διότι εάν επιδείξει επιείκεια αφαιρώντας την απειλή της ισόβιας κάθειρξης, θα ισοδυναμεί με ενθάρρυνση προς τη νέα γενιά τρομοκρατών να συνεχίσουν τις δολοφονικές τους ενέργειες. Ακολουθεί το άρθρο του Α. Λεντάκη υπέρ της αποφυλάκισης των Απριλιανών.

Είμαστε λαός που εύκολα καταλήγει στις ακρότητες. Εξάλλου αυτό καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται, θα έλεγα συστηματικά, από τα δύο κόμματα που διεκδικούν την εξουσία ώστε να κυριαρχεί ο φανατισμός, οπότε το συναίσθημα παραμερίζει τη λογική. Έτσι όμως διαιωνίζονται πολλές φορές καταστάσεις εντάσεως που κάποτε, μετά την πάροδο του ικανού χρόνου, θα πρέπει να επιλύονται πολιτικά. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει ορατή η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία  και ενότητα, πέρα από τις κομματικές και πολιτικές μας διαφορές.

Αναφέρομαι σε ένα θέμα που έθεσα το 1989, της αποφυλάκισης δηλαδή των Απριλιανών, ένα θέμα που οι πολιτικοί και τα κόμματα δεν τολμούν να θίξουν για το φόβο του λεγόμενου πολιτικού κόστους, επειδή έχει ασκηθεί και ασκείται ένα είδος πολιτικής τρομοκρατίας. Και το ζήτησα τότε για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί η Βουλή ομοφώνως εψήφισε τη συμφιλίωση και το τέλος του εμφυλίου πολέμου, οπότε κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να τεθεί τέλος και για τους υπεύθυνους της δικτατορίας ώστε να κλείσουν δύο σελίδες της νεότερης ιστορίας μας που προκαλούν θλίψη και ενωμένοι, αλλά και σοφότεροι, να βαδίσουμε προς το μέλλον. Και δεύτερον, γιατί, ενώ ο ίδιος υπήρξα θύμα της δικτατορίας και συνεπώς θα μπορούσα να ζητάω την παραμονή τους στη φυλακή, πρότεινα την αποφυλάκιση τους, γιατί ένας πολιτικός θα πρέπει να σκέπτεται πολιτικά αλλά και ανθρωπιστικά, πέρα από μικροψυχίες και προσωπικές πικρίες, με άξονα τον ανθρωπισμό και το έθνικο συμφέρον.

Είκοσι ένα χρόνια έχουν περάσει από την πτώση της δικτατορίας. Είναι πλέον καιρός να τεθεί τέρμα και σε αυτή την εθνική περιπέτεια και να γυρίσουμε σελίδα. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενο να υποστώ και πάλι επίθεση, όπως υπέστην τότε αλλά δεν απέστην από όσα υποστήριξα, θα ήθελα να μιλήσω για το πολιτικό σκεπτικό αυτής της προτάσεως και να μη μιλήσω καθόλου για την ανθρωπιστική πλευρά, που είναι αυτονόητη, απευθυνόμενος με άλλα λόγια στο λογικό και όχι στο συναίσθημα.

Πάρα πολύ συχνά μνημονεύουμε τους προγόνους μας και κάνουμε αναφορές στην αρχαία Ελλάδα. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω ένα προηγούμενο περιστατικό από την ελληνική ιστορία, όχι γιατί θα πρέπει από προγονοπληξία να μιλάμε για το παρελθόν, αλλά γιατί η ιστορία πρέπει να διδάσκει. Και το προηγούμενο αυτό ήταν η δικτατορία των τριάκοντα τυράννων και ο εμφύλιος της εποχής εκείνης. Αρχικά, μέχρι να στερεωθούν στην εξουσία, κυβέρνησαν με μετριοπάθεια, διώκοντας τους συκοφάντες και γενικά τους φαύλους και τους κακούς που κολάκευαν το λαό για να τον παραπλανήσουν. Όταν όμως στερεώθηκαν στην εξουσία, δε σέβονταν κανένα πολίτη, σκότωσαν όσους ξεχώριζαν από πλούτο, καταγωγή ή αξίωμα, εξαφανίζοντας όσους ήταν επίφοβοι για τη θέση τους και ταυτόχρονα πήραν την περιουσία τους. Σε λίγο χρονικό διάστημα, όπως γράφει ο συγγραφέας της Αθηναίων Πολιτείας (35) σκότωσαν πάνω από χίλιους πεντακόσιους.

Μετά την ανατροπή των τριάκοντα μεσολάβησε ένα μικρό διάστημα κατά το οποίο κυβέρνησαν δέκα που εκλέχτηκαν με απόλυτη πληρεξουσιότητα για να τερματίσουν τον εμφύλιο. Αυτοί όμως μόλις στερεώθηκαν στην εξουσία, με την υποστήριξη των Λακεδαιμονίων που βρίσκονταν στην πόλη και των ολιγαρχικών, κυρίως των ιππέων, άρχισαν ξανά την τρομοκρατία και εμπόδισαν την επιστροφή των δημοκρατικών που βρίσκονταν στη Φυλή. Η παράταξη όμως των δημοκρατικών, που κρατούσε τη Μουνιχία και τον Πειραιά, στην οποία προσχώρησαν και πολίτες από το άστυ, επικράτησε στις συγκρούσεις που έγιναν και τελικά ανέτρεψε και τους δέκα, ορίζοντας στη θέση τους άλλους δέκα ενάρετους πολίτες, οι οποίοι, όχι απλώς ψήφισαν την επαναφορά των νόμων της δημοκρατίας, αλλά είχαν το πολιτικό θάρρος και τη σοφία, αφ’ ενός να επιστρέψουν όλοι μαζί, ολιγαρχικοί και δημοκρατικοί, το δάνειο που είχαν συνάψει οι Τριάκοντα από τους Λακεδαιμονίους για να διατηρηθούν στην εξουσία και αφ’ ετέρου να ψηφίσουν αμνηστία για εκείνους που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς ώστε να επέλθει συμφιλίωση,  παρ’ όλο που τα γεγονότα ήταν ακόμη νωπά, και υπήρχαν πολλοί που είχαν υποστεί διωγμούς ή είχαν θύματα από τις οικογένειες τους. Και δεν αρκέστηκαν μόνο σε αυτό, αλλά ως ασφαλιστική δικλίδα ψήφισαν κανείς να μην έχει το δικαίωμα να καταγγείλει κανέναν για ό,τι έγινε στην περίοδο της δικτατορίας. Έτσι, με τις προσπάθειες τους έγινε η συμφιλίωση.

Τι ήταν αυτό το δάνειο; Όταν οι δημοκρατικοί κατέλαβαν τον Πειραιά, οι Τριάκοντα έστειλαν απεσταλμένους στη Σπάρτη και ζήτησαν δάνειο 100 ταλάντων, δηλαδή 600.000 δραχμών, για να πολιορκήσουν τους δημοκρατικούς που είχαν οχυρωθεί στο λιμάνι, πληροφορούν ο Ξενοφών (Ελληνικά 2.4.28), ο Ισοκράτης (Αρεοπαγητικός 67-68) ο Πλούταρχος (Λύσανδρος 21.2) και ο Δημοσθένης (Προς Λεπτίνην 20.11-12 βλ. και σχολ. Προς Λεπτίνην 20.29a Dilts τ. 2,σ. 10 και σχολ. Ολυνθιακός A 1d Dilts τ. 1, σλ. 14) που θυμίζει στους Αθηναίους ότι, όταν οι Σπαρτιάτες έστειλαν απεσταλμένους για να απαιτήσουν την εξόφληση του δανείου, οι μεν δημοκρατικοί είπαν ότι θα πρέπει να το πληρώσουν οι ολιγαρχικοί της Αθήνας, εκείνοι δηλαδή που το πήραν, ενώ οι ολιγαρχικοί αντέτειναν ότι θα έπρεπε να το πληρώσουν από κοινού σε ένδειξη ότι αυτό είναι το πρώτο δείγμα της συμφιλιώσεως («τούτο πρώτον υπάρξαι της ομονοίας σημείον»), όπως και τελικά έγινε.

Η κατάσταση της Μεταπολίτευσης, όπως αντιλαμβανόμαστε και όπως ήταν φυσικό, ήταν ρευστή. Επικρατούσε νευρικότητα και φόβος μήπως αρχίσουν οι διωγμοί εκείνων που συνεργάστηκαν με το καθεστώς των Τριάκοντα. Είχε μπει προθεσμία για να εγγραφούν οι πολίστες στους καταλόγους, αλλά εκείνοι που είχαν συμπολεμήσει με τους Τριάκοντα («όσοι μετά των τριάκοντα συνεπολέμησαν») φοβόντουσαν, πολλοί δε από αυτούς είχαν σκοπό να φύγουν, αλλά ανέβαλαν την εγγραφή τους στον κατάλογο για τις τελευταίες ημέρες, όπως γινόταν συνήθως, λέει το κείμενο της Αθηναίων Πολιτείας (40.1 «αναβαλλομένων δε την απογραφήν εις τας εσχάτας ημέρας, όπερ ειώθασιν ποιείν άπαντες»), θυμίζοντας τη συνήθεια των νεοελλήνων όταν πρόκειται να καταθέσουν τις φορολογικές τους δηλώσεις.

Τότε ένας από τους ηγέτες των δημοκρατικών, ο Αρχίνος, βλέποντας ότι είναι πολλοί και θέλοντας να τους συγκρατήσει, κατάργησε τις τελευταίες ημέρες της προθεσμίας και έτσι υποχρεώθηκαν, παρά τη θέληση τους, να μείνουν. Κι όταν κάποιος δημοκρατικός, από εκείνους που είχαν επιστρέψει, άρχισε να κατηγορεί κάποιους παραβιάζοντας την αμνηστία, ο Αρχίνος τον οδήγησε μπροστά στη Βουλή και την έπεισε να τον εκτελέσουν χωρίς δίκη, με το επιχείρημα ότι τώρα θα δείξουν αν σέβονται τη δημοκρατία και να σέβονται τους όρκους («άκριτον αποκτείναι λέγων ότι νυν δείξουσιν ει βούλονται την δημοκρατία σώζειν και τοις όρκοις εμμένειν»). Αν τον άφηναν, είπε ο Αρχίνος θα ενθάρρυναν και τους άλλους, εάν όμως τον εκτελούσαν, θα γινόταν παράδειγμα για όλους. Η Βουλή πείστηκε και τον θανάτωσαν κι από τότε, ποτέ κανείς δεν διατύπωσε κατηγορίες για όσα είχαν γίνει στο παρελθόν («ουδείς πώποτε ύστερον εμνησικάκισεν»).

Ο Ξενοφών στα Ελληνικά (2.4.43) αναφέρει ότι ορκίστηκαν να ξεχάσουν τα παρελθόντα κακά και έτσι πολιτεύονταν ως τις μέρες τους, μένοντας πιστοί στους όρκους («και ομόσαντες όρκους ή μην μη μνησικακήσειν, έτι και νυν ομού τε πολιτεύονται και τοις όρκοις εμμένει ο δήμος»). Ο συγγραφέας του πολιτεύματος της Αθήνας, σχολιάζοντας αυτή τη μεγάλη απόφαση σημειώνει ότι οι Αθηναίοι, και ως άτομα και ως πολιτεία, ακολούθησαν την καλύτερη και επωφελέστερη πολιτική για τις προγενέστερες συμφορές τους. Όχι μόνον ακύρωσαν όλες τις μηνύσεις για το παρελθόν, αλλά «έδοξε τω δήμω (δηλαδή η λαϊκή συνέλευση έκρινε ορθό) κοινήν ποιήσασθαι την απόδοσιν», να αποδώσουν από κοινού τα χρήματα και έτσι «ομόνοιαν κατέστησαν», γιατί θεώρησαν ότι από αυτό έπρεπε να αρχίσει να δημιουργείται η συμφιλίωση μεταξύ τους («ηγούμενοι τούτο πρώτον άρχειν δειν της ομονοίας»). Ο νόμος αυτός είναι ο περίφημος νόμος της αμνηστίας, όπως πληροφορεί ο Κορνήλιος Νέπος στο βίο του Θρασύβουλου [8.3 oblibionis appellarunt = τον ονόμασαν της λήθης, της αμνηστίας, πρβλ. Βαλλέριο Μάξιμο 4. 1ext. 4, haec oblivion (=λήθη) quam Athenienses amnestiam vocant = που οι Αθηναίοι την ονομάζουν αμνηστίαν].

Την πολύ μεγάλη σημασία που απέδωσαν στην αρχαιότητα γι’ αυτό το μέτρο που έκλεισε ομαλά τον εμφύλιο πόλεμο της Αθήνας, μας τη δίνει ο Πλούταρχος στα Πολιτικά Παραγγέλματα (814B) όπου συμβουλεύει τα εξής:

Πραγματικά υπάρχουν πολλές πράξεις των Ελλήνων  των περασμένων εποχών, που αναφέροντας τες ένας πολιτικός μπορεί να σωφρονήσει στους συγχρόνους του και να τις δώσει ως παράδειγμα. Από την Αθήνα να υπενθυμίσει, όχι πολεμικά κατορθώματα, αλλά τέτοιες πράξειες, όπως το ψήφισμα της αμνηστίας μετά από την πτώση των Τριάκοντα τυράννων (πολλά γαρ έστιν άλλα των πρότερον Ελλήνων διεξιόντα τοις νυν ηθοποιείν και σωφρονίζειν, ως Αθήνησιν υπομιμνήσκοντα μη των πολεμικών, αλλ’ οίόν εστι το ψήφισμα το της αμνηστίας επί τοις τριάκοντα»).

Νομίζω ότι με όσα εξέθεσα τεκμηρίωσα την πρόταση μου. Γιατί η δημοκρατία μας είναι ισχυρή και δεν υπάρχει κίνδυνος δικτατορίας με την αποφυλάκιση, όπως μερικοί ισχυρίζονται. Αντιθέτως, οι φαυλοκρατικές πράξεις των πολιτικών, η δημαγωγία, η ασυνέπεια και η αδιαφάνεια είναι αυτές που την υπονομεύουν. Σήμερα, σε στιγμές που πραγματικοί κίνδυνοι απειλούν τον εθνικό μας χώρο, είναι ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη να κλείσουμε αυτή τη σελίδα της ανωμαλίας. Το επιβάλλει το εθνικό μας συμφέρον. Η δημοκρατία δεν είναι εκδικητικό καθεστώς. Είναι πολίτευμα μετριοπάθειας και δικαιοσύνης. Και κλείνω με τα λόγια του Ολυμπιακού λόγου του Λυσία (33.3): «Νομίζω ότι επιβάλλεται σε έναν άνδρα χρηστό και πολίτη (πολιτικό) που θέλει να είναι άξιος του ονόματος του, να συμβουλεύει για τα μεγάλα ζητήματα, επειδή βλέπω ότι η Ελλάς βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που προκαλεί ντροπή (“ηγούμαι ανδρός δε αγαθού και πολίτου πολλού αξίου περί τω μεγίστων συμβουλεύειν, ορών ούτως αισχρώς διακειμένην την Ελλάδα”)».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.