Το δημοσκοπικά απρόβλεπτο 2026
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Δημοσκοπικά το 2025 κινήθηκε Σε γενικές γραμμές στα ρηχά. Δεν υπήρξαν σπουδαίες διαφοροποιήσεις στις βασικές τάσεις και το εκλογικό τοπίο διατηρεί την ασαφή μετεκλογική εικόνα που σιγά σιγά παγιώθηκε μετά τις ευρωεκλογές.
Το μόνο αξιοσημείωτο στοιχείο ήταν το απότομο “φούσκωμα” στα πανιά της Πλεύσης Ελευθερίας που, όπως αναμενόταν, αποδείχτηκε πρισκαιρο ευνοϊκό αεράκι μόλις κόπασε η μονοθεματική ρητορική του κόμματος γύρω από τα Τέμπη, αν και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και η αρκούντως θεατρική στάση της ζωής Κωνσταντοπούλου στην εξεταστική της έδωσε ένα νέο μικρό έναυσμα ανίκανο όμως να μετατραπεί σε φιλί της ζωής αφού η μετάβαση στη δεύτερη θέση αποτελεί παρελθόν αφήνοντας βέβαια κάποια υοσρκτα αλλά σχετικά λιγοστά δημοσκοπικά οφέλη.
Κατά τα λοιπά, η ΝΔ αγωνίζεται να ξεπεράσει το όριο των ευρωεκλογών και δείξει δυναμική για ένα αποτέλεσμα πάνω από 30% αλλά η αυτοδυναμία μοιάζει ακόμη ανέφικτος στόχος, πιθανότατα ακόμη κι αν στηθούν δεύτερες κάλπες. Μόνη αμυδρή ελπίδα για μια τέτοια κατάληξη η τεράστια διασπορά ψήφων σε κόμματα που τελικά θα μείνουν οριακά εκτός Βουλής, ώστε το συνολικό ποσοστό τους να ξεπεράσει ακόμη και το 20%. Μιλάμε ουσιαστικά για ένα πεντακομματικό Κοινοβούλιο, κάτι που δεν δείχνει και τόσο επιτεύξιμο.
Από την άλλη, τα υπόλοιπα προς το παρόν σίγουρα εντός βουλής κόμματα, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση, δεν αναπτύσσουν κάποια ξεχωριστή δυναμική, κινούμενα λίγο πάνω ή λίγο κάτω από το διψήφιο νούμερο. Την εικόνα ολοκληρώνει ένα ποσοστό αναποφάσιστων σταθερά πλέον γύρω στο 20% με κάποια κοινά χαρακτηριστικά στις αποτυπώσεις όλων των εταιριών. Πρόκειται στην πλειοψηφία τους για ανθρώπους που “απέχουν πια συνειδητά από την κάλπη, νεότερων ηλικιών που αναζητούν την ελπίδα και το πρόσωπο που θα κατευνάσει τις ανησυχίες, κατά άνω του 30% προέρχονται ή αυτοπροσδιορίζονται ως Κεντρο-δεξιοί.
Τι είναι λοιπόν αυτό που μπορεί τελικά να κάνει τόσο απρόβλεπτο το 2026. Ποια γεγονότα και ποιες πρωτοβουλίες μπορούν να αλλάξουν άρδην το σκηνικό και σε ποιο βαθμό;
Το ένα είναι οι πολιτικές εξελίξεις. Για παράδειγμα, η κατάληξη του θέματος του ΟΠΕΚΕΠΕ και οι όποιες νέες αποκαλύψεις δεν αποκλείεται να πληγώσουν κι άλλο τη ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ. Ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, τα εθνικά ή τα φορολογικά, μπορούν να επηρεάσουν περαιτέρω κρίσιμες εκλογικές μάζες, ειδικά από αυτές που παραδοσιακά στηρίζουν τη ΝΔ.
Ο μεγάλος αστάθμητος παράγοντας δεν είναι άλλος από τη δημιουργία, ή μη, νέων πολιτικών σχηματισμών. Οι προθέσεις πιθανής θετικής αντίδρασης κακώς ταυτίζονται με μελλοντικό εκλογικό αποτέλεσμα, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχτεί.
Ειδικά για περιπτώσεις όπως αυτή της κ. Καρυστιανού που λείπει παντελώς το όποιο πολιτικό στίγμα, η αρχική θετική στάση έχει κυρίως να κάνει με μια αντανακλαστική θυμική ταύτιση λόγω της προσωπικής τής τραγικής κατάστασης. Όσο όμως θα ξεδιπλώνονται οι επιλογές στα καίρια ζητούμενα ενός κυβερνητικού προγράμματος τόσο θα αυξάνεται η απογοήτευση από όσους βρίσκουν νέες αντιφάσεις και διαφωνίες για να διαχωρίσουν τη θέση τους. Γι’ αυτό και όσοι την προτρέπουν να προχωρήσει στην ίδρυση ενός φορέα, στρέφονται προς μια κίνηση που θα απέχει ελάχιστα από το στήσιμο της κάλπης και θα επικεντρωθεί σε συνθηματική αναφορά για δικαιοσύνη, ισονομία, ελευθερία.
Υπάρχει όμως και αναμονή για το τι θα πράξουν οι δύο πρώην πρωθυπουργοί. Οπως έχω ξαναγράψει ο Τσίπρας όσο επενδύει στον κυβερνητικό καθαγιασμό του, τόσο θα απομακρύνεται από κοινά πέρα όσων σήμερα προτιμούν το ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά. Αν του αρκεί να δημιουργήσει έναν πόλο που θα αγωνίζεται να φτάσει στη δεύτερη θέση με ποσοστά που θα υπολείπονται αρκετά ακόμη κι από το 18% των τελευταίων εθνικών εκλογών για τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε με το… καλό να επανέλθει στην ενεργό πολιτική!
Η περίπτωση Σαμαρά έχει τεράστιες διάφορες από αυτή του Τσίπρα. Ο Σαμαράς έχει δικαιωθεί πανηγυρικά σε μια σειρά επιλογές, από τα λάθη του πρώτου μνημονίου και τη διαπραγμάτευση για το κλείσιμο του, έως τις ανησυχίες για το Σκοπιανό και τα ελληνοτουρκικά ή την πορεία των μεταρρυθμίσεων και την παραγωγική αναδόμηση. Οι θέσεις είναι σαφείς, η αποτελεσματικότητα τους δοκιμάστηκε και δεν έχει λόγο να επενδύσει ούτε στο επιπόλαιο συναίσθημα, ούτε στην ωραιοποίηση του παρελθόντος αλλά στη συνέπεια και την αξιοπιστία. Κι αυτό το αφήγημα απευθύνεται στο επίκεντρο της κουβέντας για την μετά-Μεταπολίτευση. Ένα αφήγημα που αποτελεί συστατικό στοιχείο μιας κυβερνώσας Κεντροδεξιάς. Ποσο έτοιμη είναι η ΝΔ να αποκοπεί οριστικά από αυτό το αφήγημα και ποιες θα είναι οι συνέπειες θα αποδειχτεί στην πράξη, ανεξάρτητα από αν θα υπάρξουν εξελίξεις στον χώρο της παράταξης.

