Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXI

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ειρωνεία στην επιλογή του παραδείγματος με το Μουντιάλ και το VAR. Οι μεγάλες αλλαγές, πράγματι, γίνονται κάποτε τόσο οικείες ώστε ξεχνάμε πως ήταν η ζωή πριν από αυτές. Το ίδιο συμβαίνει με την ηλεκτροδότηση, το τρεχούμενο νερό, το τηλέφωνο, το διαδίκτυο. Κανείς δεν τα θεωρεί σήμερα πολιτικό επίτευγμα της εκάστοτε κυβέρνησης. Τα θεωρεί στοιχεία της κανονικότητας.

Ίσως εκεί βρίσκεται και το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας μιας μεταρρύθμισης. Στη στιγμή που παύει να αντιμετωπίζεται ως μεταρρύθμιση και γίνεται αυτονόητη λειτουργία του κράτους.

Το Gov.gr ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Βελτίωσε ουσιαστικά τη σχέση του πολίτη με τη διοίκηση και περιόρισε ταλαιπωρίες δεκαετιών. Η αξία του είναι πραγματική. Ταυτόχρονα, όμως, ανέδειξε ένα παλαιότερο ελληνικό πρόβλημα. Την τάση να ταυτίζουμε τον εκσυγχρονισμό με το εργαλείο και όχι με τη συνολική λειτουργία του συστήματος.

Η ψηφιοποίηση μπορεί να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Δεν αρκεί, όμως, για να θεραπεύσει τις βαθύτερες αδυναμίες του. Η αργή απονομή δικαιοσύνης, η διοικητική ασυνέχεια, η πολυνομία, οι εστίες διαφθοράς και η αδυναμία συντονισμού μεταξύ υπηρεσιών παραμένουν παρούσες. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το κράτος έγινε ψηφιακό. Είναι αν έγινε καλύτερο.

Η ίδια συζήτηση εμφανίζεται και στην υγεία. Η τηλεϊατρική αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη για μια χώρα με νησιωτικότητα, ορεινές περιοχές και άνισες γεωγραφικές συνθήκες. Δείχνει έναν τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία μπορεί να μειώσει αποστάσεις που άλλοτε έμοιαζαν ανυπέρβλητες.

Ωστόσο, η ιστορία των δημόσιων συστημάτων υγείας δεν γράφεται μόνο με εξοπλισμό και πλατφόρμες. Γράφεται κυρίως με ανθρώπους. Όσο οι γιατροί εγκαταλείπουν το ΕΣΥ, όσο τα νοσοκομεία αντιμετωπίζουν ελλείψεις προσωπικού και όσο οι πολίτες περιμένουν μήνες για βασικές υπηρεσίες, η τεχνολογία θα λειτουργεί ως πολύτιμο συμπλήρωμα, όχι ως λύση.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με το σύστημα παρακολούθησης στα επείγοντα. Η καταγραφή της αναμονής είναι χρήσιμη. Η πραγματική πρόοδος, όμως, θα φανεί όταν μειωθεί η αναμονή. Οι κοινωνίες δεν βελτιώνονται επειδή μετρούν τα προβλήματά τους με μεγαλύτερη ακρίβεια. Βελτιώνονται όταν τα λύνουν.

Η Εθνική Στρατηγική για την Ανακουφιστική Φροντίδα αγγίζει ένα πεδίο που η Ελλάδα πράγματι αντιμετώπισε επί δεκαετίες με αμηχανία. Ίσως επειδή αφορά το πιο δύσκολο κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας. Την ασθένεια, την αξιοπρέπεια και το τέλος της ζωής. Εδώ οι εξαγγελίες έχουν μικρή αξία. Αυτό που μετρά είναι η διάρκεια, η χρηματοδότηση και η θεσμική συνέχεια.

Από την υγεία η συζήτηση μεταφέρεται εύκολα στους θεσμούς.

Η τακτοποίηση του καθεστώτος των περιφερειακών τηλεοπτικών αδειών ήταν αναγκαία. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού. Στο γεγονός ότι χρειάστηκαν τρεις δεκαετίες για να επιλυθεί μια εκκρεμότητα που σε μια ώριμη διοίκηση θα είχε λυθεί αυτονόητα. Η Ελλάδα συχνά πανηγυρίζει για την επίλυση προβλημάτων που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχουν επιβιώσει τόσο πολύ.

Στο μεταναστευτικό, η συζήτηση παραμένει παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο εξίσου ατελείς αφηγήσεις. Από τη μία η προσδοκία ότι η Ευρώπη θα δώσει συνολικές λύσεις. Από την άλλη η πεποίθηση ότι το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Ελλάδα οφείλει να προστατεύει αποτελεσματικά τα σύνορά της. Οφείλει επίσης να διεκδικεί ευρωπαϊκή αλληλεγγύη με πραγματικό περιεχόμενο. Καμία από τις δύο υποχρεώσεις δεν αναιρεί την άλλη.

Η αναφορά στη συνταγματική αναθεώρηση ανοίγει ένα βαθύτερο ερώτημα. Η συναίνεση δεν είναι τεχνική διαδικασία. Είναι πολιτικό κεφάλαιο που χτίζεται αργά και φθείρεται γρήγορα. Τα Συντάγματα αντέχουν όταν οι κοινωνίες αναγνωρίζουν σε αυτά ένα κοινό σημείο αναφοράς. Όταν μετατρέπονται σε πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης, χάνουν μέρος της δύναμής τους.

Οι πρωτοβουλίες για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία έχουν αξία. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, βρίσκεται στην αγορά εργασίας συνολικά. Μια οικονομία που δυσκολεύεται να δημιουργήσει σταθερές και παραγωγικές θέσεις εργασίας για το σύνολο του πληθυσμού δύσκολα θα πετύχει ουσιαστική ένταξη για όσους αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια.

Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει στον σιδηρόδρομο.

Μετά τα Τέμπη, κάθε εξαγγελία εκσυγχρονισμού είναι αναγκαία. Ταυτόχρονα, κάθε τέτοια εξαγγελία θυμίζει πόσο ακριβά πληρώθηκε η καθυστέρηση. Η πρόοδος δεν κρίνεται μόνο από όσα γίνονται σήμερα. Κρίνεται και από το γιατί δεν έγιναν όταν έπρεπε.

Η εξάρθρωση κυκλωμάτων διαφθοράς αποτελεί επιτυχία των αρχών. Αφήνει όμως πάντοτε πίσω της το ίδιο ερώτημα. Πώς δημιουργήθηκαν, πώς λειτούργησαν και γιατί άντεξαν τόσο καιρό. Η καταστολή είναι απαραίτητη. Η πρόληψη παραμένει η δυσκολότερη μορφή διακυβέρνησης.

Η εικόνα της Δικαιοσύνης ίσως συμπυκνώνει όσο λίγα πεδία τις ελληνικές αντιφάσεις. Η χώρα διαθέτει αξιόλογο δικαστικό προσωπικό, αλλά εξακολουθεί να παράγει καθυστερήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν τα όρια της θεσμικής άρνησης δικαίου. Καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για βαθιά οργανωτική ανασυγκρότηση.

Οι αναπλάσεις, τα πάρκα, τα μουσεία και οι πολιτιστικές παρεμβάσεις βελτιώνουν την εικόνα των πόλεων και ενισχύουν την ποιότητα ζωής. Παραμένει όμως ανοιχτό το μεγαλύτερο ερώτημα της εποχής. Ποιο παραγωγικό μοντέλο θέλει να οικοδομήσει η χώρα.

Για πολλά χρόνια η Ελλάδα στηρίχθηκε στον τουρισμό, στις υπηρεσίες και στην κατανάλωση. Οι ευρωπαϊκοί πόροι προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία μετάβασης. Η αξία τους δεν θα κριθεί από το ύψος των κονδυλίων που απορροφήθηκαν. Θα κριθεί από το αν δημιουργήθηκαν παραγωγικές δυνατότητες που θα συνεχίσουν να υπάρχουν όταν οι χρηματοδοτήσεις ολοκληρωθούν.

Η επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου στο εξωτερικό αποτελεί ευχάριστη υπενθύμιση ότι η χώρα διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου. Το ίδιο ισχύει για πολλές πρωτοβουλίες στην επιστήμη, στην επιχειρηματικότητα και στον πολιτισμό. Το ζητούμενο δεν είναι να παράγονται μεμονωμένες επιτυχίες. Είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι άνθρωποι που τις παράγουν να επιλέγουν να παραμείνουν εδώ.

Ίσως εκεί βρίσκεται και το πραγματικό ερώτημα πίσω από την περίφημη «Ελλάδα του 2030».

Καμία χώρα δεν οικοδομεί το μέλλον της μόνο με έργα, πλατφόρμες ή ευρωπαϊκά προγράμματα. Το οικοδομεί όταν αποκτά παραγωγική αντοχή, θεσμική αξιοπιστία και κοινωνική αυτοπεποίθηση. Όταν μπορεί να χρηματοδοτεί τις φιλοδοξίες της από τη δική της οικονομία και όχι μόνο από εξωτερικές ροές πόρων.

Το 2030 δεν θα κριθεί από τις παρουσιάσεις του σήμερα. Θα κριθεί από το αν η Ελλάδα θα έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να στηρίζεται περισσότερο στις δικές της δυνάμεις και λιγότερο στις περιστάσεις. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα. Και εκεί, τελικά, θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία κάθε μεταρρύθμισης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.