Τα κιλά της καραντίνας

Γράφει ο Δρ. Γιώργος Γιαννούσης

Συνήθης στην ψυχοθεραπευτική εργασία είναι η συνάντηση με ανθρώπους για τους οποίους το φαγητό λειτουργεί ως καταλύτης της υγείας του ψυχισμού τους (είτε ευεργετικός είτε καταστροφικός), αποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη στενότατη σχέση μεταξύ της διατροφής και της ψυχικής υγείας εν γένει.

Η τροφή αποτελεί ένα συμβολικό πεδίο συνάντησης των στοιχείων της κουλτούρας ενός λαού, αλλά και των ιδιαιτεροτήτων κάθε ξεχωριστής προσωπικότητας. Σε ό,τι αφορά τη συλλογική μας διατροφική κουλτούρα, επηρεασμένη από τη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων, διατρέχεται από τρία διαδοχικά «σύνδρομα».

Πρώτη, η φτώχεια της μεταπολεμικής γενιάς γέννησε το κατοχικό σύνδρομο το οποίο συμπυκνώνεται στη φράση «φάε όλο το φαΐ σου», ή «δεν πετάμε το φαγητό, είναι αμαρτία», ή «όταν τρώμε δεν μιλάμε» το οποίο φανερώνει ταυτόχρονα και τη σοβαρότητα με την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζεται η λήψη της τροφής. Η διατροφική στέρηση που υφίστατο επί μακρύ χρονικό διάστημα η γενιά αυτή την παρέσυρε στη μεταγενέστερη περίοδο της «αφθονίας», να μεγαλώσει τις επόμενες γενιές με υπερβολική κατανάλωση τροφής, με αποτέλεσμα εκείνες να αναπτύξουν το λεγόμενο σύνδρομο του καταναλωτή. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα ήταν το σύνθημα της περιόδου της ευημερίας, της περιόδου όπου αυξάνεται δραματικά το ποσοστό των παχύσαρκων και υπέρβαρων ατόμων στην Ελλάδα και ως πληθυσμός απομακρυνόμαστε από την περιβόητη μεσογειακή διατροφή.

Σε περιόδους κρίσεων, είτε προσωπικών είτε συλλογικών όπως αυτή της πανδημίας την οποία σήμερα η χώρα μας καλείται να αντιμετωπίσει, το καταναλωτικό σύνδρομο, γεννά αυτό της διαφυγής. Τρώει λοιπόν κάποιος για να ξεχάσει, για να προσφέρει ευχαρίστηση στον εαυτό του, για να απαλλαγεί από το στρες της καθημερινότητας, εν ολίγοις για να διαφύγει από ό,τι τον ζορίζει ή τον δυσαρεστεί. Οι διατροφικές συνήθειες της καραντίνας διαδραμάτισαν ένα ρόλο αντικαταστάτη των πολλών άλλων απολαύσεων που στερείται κάποιος περιορισμένος στα στενά όρια του σπιτιού του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι Έλληνες (και όχι μόνο) αύξησαν τη μαγειρική τους  δραστηριότητα και, συνεπώς, την κατανάλωση τροφής, ανακηρύσσοντας την κουζίνα σε ζώνη ασφαλείας και εκτόνωσης της συναισθηματικής πίεσης και της δυσφορίας, με τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης να έχουν κατακλυστεί από αναρτήσεις με γεύματα, αλλά και αστείες αναφορές για τα κιλά που θα συνοδεύσουν πολλούς στις εξόδους τους μετά τη λήξη της καραντίνας.

Έτσι αν και σε αρκετές περιπτώσεις η καραντίνα λειτούργησε ευεργετικά για τη διατροφή, δίνοντας την ευκαιρία σε ανθρώπους που προηγουμένως στερούνταν του αναγκαίου χρόνου προετοιμασίας ενός γεύματος να μειώσουν την κατανάλωση έτοιμου φαγητού, αυτό που συχνότερα συναντούμε είναι τελικά η αύξηση στην κατανάλωση χαμηλής διατροφικής αξίας προϊόντων, πράγμα αναμενόμενο δεδομένου ότι η διατροφή μετατρέπεται για πολλούς σε μέσο αποφόρτισης της συναισθηματικής πίεσης, αναδεικνύοντας ως πρωταγωνιστές όσα ενοχοποιούνται για τη λήψη βάρους, από τα τρόφιμα με αντιστρεσογόνο δράση, όπως είναι τα γλυκά, αλλά και τροφές που ρυθμίζουν τη ψυχική διάθεση, όπως οι υδατάνθρακες και το λίπος.

Τη στιγμή όμως που κάποιος αποφασίζει να γευματίσει, πιστεύοντας υποσυνείδητα πως θα καλύψει έτσι τα αρνητικά του συναισθήματα, οδηγείται σε ένα φαύλο κύκλο εξάρτησης από το φαγητό, όπως άλλωστε συμβαίνει και με όλες τις υπόλοιπες εξαρτήσεις. Παρατηρούμε, λοιπόν το φαινόμενο να επιζητεί κανείς όλο και περισσότερο την τροφή ώστε να νιώσει καλά, ωστόσο αυτή η υπερκατανάλωση οδηγεί σε προβλήματα που δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία και προσπαθεί να καλύψει τρώγοντας περισσότερο κ.ο.κ. Το άγχος εν ολίγοις ωθεί τους ανθρώπους στο να τρώνε περισσότερο, αλλά ακριβώς η ενοχή τους για την κατανάλωση του φαγητού είναι που δημιουργεί ακόμα περισσότερο άγχος, το οποίο καλύπτεται εκ νέου με φαγητό.

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που βασανίζονται μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, όπου καταπραΰνουν την οδύνη των συναισθημάτων τους με την ηδονή της κατανάλωσης φαγητού, είτε και αντιστρόφως στερούν τον εαυτό τους από την τροφή (με εξαντλητικές δίαιτες), μετατρέποντας τελικά τη διατροφή σε διαστροφή με αποτέλεσμα να καθίσταται αυτή εκτός από βιολογική ανάγκη και εργαλείο ψυχοκοινωνικής επιβίωσης.

Ιδιαίτερα στο σημερινό περιβάλλον της «καραντίνας» η τροφή έχει άμεσα συνδυαστεί -ίσως κάπου και ταυτιστεί- με την ξεκούραση και την ευχαρίστηση, κατά μια έννοια επομένως με την ψυχοκοινωνική ευελιξία των ανθρώπων. Όσο δε το άγχος και η αγωνία των ανθρώπων για την επόμενη μέρα αυξάνονται, τόσο περισσότερο αυτοί επιθυμούν να τρώνε, δημιουργώντας την εξαρτητική σχέση με το φαγητό που προηγουμένως περιγράφηκε σε αναπαραγωγή ενδεχομένως προγενέστερων εξαρτητικών σχέσεων με σημαντικούς για εκείνους ανθρώπους.

Στην ιδανική περίπτωση όμως, που κάποιος αντιστέκεται στην έκλειψη του φαγητού ως «διαφυγής», η σωστή διατροφή διατηρεί ένα υγιές σώμα, το οποίο αποτελεί ένα βήμα προς τη συναισθηματική ισορροπία. Μια ζωή την έχουμε, ας την ευχαριστηθούμε λοιπόν, αλλά στην ουσία της. Το φαγητό και η διατροφή γενικότερα πρέπει να είναι απολαυστική χωρίς ωστόσο να λειτουργεί ως υποκατάστατο. Ό,τι τρώμε πρέπει να το τρώμε και όχι να μας τρώει. Να λειτουργεί ως σύμβολο υγείας κι όχι καταπίεσης.

Αντί να χρησιμοποιείτε τον εαυτό σας ως κουβά που απλά πετάτε μέσα του ό,τι βρείτε, σεβαστείτε τον παρέχοντάς του κάθε φορά το καλύτερο που μπορείτε. Καλύτερα λίγο, αλλά καλό!!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.