Ποιον βολεύει η «αρκούδα»;

Γράφει ό Μιχάλης Ψύλος

Το προσεχές Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου, ο κόσμος θα ζει τη δεύτερη επέτειο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Μια επέτειο θλιβερή, που συμπίπτει με τους χειρότερους οιωνούς για το Κίεβο, αλλά και την Ευρώπη.

Οι ρωσικές δυνάμεις ανακατέλαβαν πλήρως τη στρατηγικής σημασίας πόλη Αβντιίβκα, στην περιοχή του Ντόνετσκ, που ήταν ένας σημαντικός «αμυντικός κόμβος» για την Ουκρανία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη νίκη για τη Μόσχα από την κατάληψη του Μπαχμούτ, τον Μάρτιο του 2023.

Η κατάληψη της Αβντιίβκα έρχεται λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση του θανάτου στη φυλακή του ηγέτη της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι.

Για τον ουκρανό πρόεδρο, Ζελένσκι, η χρονική στιγμή του θανάτου του Ναβάλνι δεν είναι τυχαία. «Ο Βλαντιμίρ Πούτιν μας έστειλε ένα σαφές μήνυμα στην αρχή της Διάσκεψης για την Ασφάλεια του Μονάχου», είπε ο ουκρανός πρόεδρος στην ομιλία του το πρωί του Σαββάτου: «Ο Πούτιν σκοτώνει όποιον θέλει – είτε είναι ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, είτε οποιοσδήποτε άλλος στόχος επιλέξει».

Ο Ζελένσκι παρευρέθηκε στη Διάσκεψη του Μονάχου για να καταγγείλει την έλλειψη όπλων που υποφέρει η χώρα του.

Ο βρετανικός Guardian, από την άλλη, τρίβει τα μάτια του με το γεγονός ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει συνεχώς εκπληκτικές ποσότητες όπλων. Σε συνδυασμό με μια ολοένα και πιο πιεστική ρωσική υπεροχή στα όπλα, το αποτέλεσμα είναι μια ατέλειωτη σπείρα θανάτου για τους Ουκρανούς.

Ο Ζελένσκι προσπάθησε βέβαια να μεταφέρει μια πιο σίγουρη εικόνα της κατάστασης στη χώρα του. Αλλά δεν τα καταφέρνει. «Δεν πρέπει να φοβόμαστε να νικήσουμε τον Πούτιν. Είναι «η μοίρα του να χάσει», υποστήριξε ο Ζελένσκι.

Ωστόσο, η τρέχουσα πραγματικότητα του πολέμου είναι διαφορετική. Η Ουκρανία χρειάζεται επειγόντως πρόσθετη στρατιωτική υποστήριξη για να μη χάσει τον πόλεμο.

Ο γερμανός καγκελάριος, Όλαφ Σολτς, που μίλησε επίσης στη Διάσκεψη, απέφυγε επίσης να απαντήσει στο όχι και τόσο ασήμαντο ερώτημα: Πώς μπορεί να ασκηθεί μη στρατιωτική πίεση στον Πούτιν ώστε να σταματήσει επιτέλους τον πόλεμό του εναντίον της Ουκρανίας.

Η Δύση γνωρίζει βέβαια ότι η προοπτική νίκης της Ουκρανίας στο πεδίο της μάχης είναι σχεδόν μηδαμινή. Παρά τις τεράστιες ρωσικές απώλειες, σημαντικά τμήματα των ενόπλων δυνάμεων της Μόσχας είναι άθικτα, παραδέχθηκε ο Σολτς. Επέμεινε μάλιστα στην προηγούμενη γραμμή του ότι αποκλείεται η άμεση συμμετοχή της Γερμανίας, της ΕΕ ή του ΝΑΤΟ στον πόλεμο. «Δεν θέλουμε μια σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ», είπε. «Γι’ αυτό όλοι οι υποστηρικτές του Κιέβου έχουν συμφωνήσει από την αρχή του πολέμου: Δεν θα στείλουμε τους δικούς μας στρατιώτες στην Ουκρανία».

Κανόνια αντί για βούτυρο
Άρα τι; Μαζικός εξοπλισμός της Ουκρανίας, για έναν πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει. Δηλαδή, ένας πόλεμος φθοράς στο διηνεκές, που θα κοστίσει τεράστια ποσά στην Ευρώπη, πολλώ μάλλον αν ο Τραμπ κατορθώσει να εκλεγεί στον Λευκό Οίκο και κάνει πράξη την υπόσχεσή του να μειώσει την αμυντική συμμετοχή της Ουάσιγκτον στο ΝΑΤΟ.

Η Γερμανία και οι άλλες χώρες της ΕΕ λοιπόν θα πρέπει να επενδύσουν «πολύ περισσότερα στην άμυνα και στην ασφάλεια, τώρα και στο μέλλον».

Χρήματα που «θα μας λείψουν απ’ αλλού», είπε ο Σολτς, προετοιμάζοντας τον γερμανικό και τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό πληθυσμό για δύσκολες στιγμές.

Κουβέντα για μια λύση έστω και επώδυνη που θα οδηγούσε στον τερματισμό του πολέμου.

ΕΕ με αμερικανικά όπλα

Η διπλωματία έχει μπει για τα καλά στο ράφι, αν δεν έχει υποκύψει κιόλας στα τραύματά της. Όταν όμως σχεδιάζουν κάποιοι να ενισχύσουν τις ένοπλες δυνάμεις, το κάνουν για δύο λόγους. Το πρώτο είναι επειδή υπάρχει μια απειλή: πρόκειται να εισβάλουν στην Ευρώπη οι Ρώσοι γιατί δεν θα είναι ικανοποιημένοι με την Ουκρανία. Αλλά θα βαδίσουν προς τη Βαρσοβία, το Βερολίνο, λένε μερικοί, ακόμη και στη Λισαβόνα.

Βολεύει λοιπόν κάποιους το φάντασμα της ρωσικής αρκούδας. Ακόμη κι αν είναι οικονομικά ξεδοντιασμένη.

Ο άλλος λόγος είναι ότι η Ευρώπη θέλει να εξοπλιστεί και λόγω της απειλής του Τραμπ, αλλά και για να αναβαθμίσει τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες όμως αγοράζουν αμερικανικό οπλισμό και οι Γερμανοί είναι οι πρώτοι που το κάνουν. Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν αναπτύξει κοινά στρατιωτικά προγράμματα τα τελευταία χρόνια. Αλλά το Βερολίνο τα εγκαταλείπει όλα για να αγοράσει αμερικανικό οπλισμό, από αεροπλάνα θαλάσσιας περιπολίας μέχρι μαχητικά ελικόπτερα.

Η Πολωνία έχει ένα τρομακτικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού σε εξέλιξη και αγοράζει αμερικανικά και ακόμη και νοτιοκορεάτικα όπλα.

Η πραγματικότητα, πέρα ​​από τη φλυαρία που γίνεται στο Μόναχο, είναι ότι υπάρχει μια Ευρώπη που ξοδεύει περισσότερα για την άμυνα, αλλά σε μεγάλο βαθμό αγοράζοντας αμερικανικά όπλα. Δεν φαίνεται και για μεγάλη ένδειξη «στρατηγικής αυτονομίας».

Οι περισσότεροι ειδικοί επίσης δεν θεωρούν πιθανό η Ρωσία να θέλει να εισβάλει στην Ευρώπη. Ήδη οι Ρώσοι καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για να καταλάβουν το σύνολο του Ντονμπάς στην ανατολική Ουκρανία και με τεράστιες απώλειες.

Απλά οι ψυχροπολεμικές δηλώσεις που ακούγονται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες χρησιμεύουν περισσότερο για να παρακινήσουν μια κοινή γνώμη που έχει κουραστεί από αυτόν τον πόλεμο και να υποστηρίξει μια εκστρατεία τεράστιου εξοπλισμού. Μια εκστρατεία εξοπλισμού που ήταν δύσκολο να επιβληθεί στην Ευρώπη, ακόμη και σε εποχές οικονομικής άνθησης. Δυσκολεύομαι να σκεφτώ ότι σε μια Ευρώπη που παλεύει να αποφύγει την οικονομική ύφεση, η κοινή γνώμη θα αποδεχθεί πιο πολλά κανόνια και λιγότερο βούτυρο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.