Όταν ο Αντώνης Σαμαράς συναντά τον Γιάννη Αγγελάκα στη χώρα της απόγνωσης

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Το 2015 ήταν μια χρονιά-σταθμός για τη χώρα μας. Από τη μία κυκλοφορεί στα ελληνικά το βιβλίο του Μπιούνγκ Τσουλ Χαν «Η κοινωνία της κόπωσης» κι από την άλλη ζούμε κοσμογονικές πολιτικές αλλαγές. Αναλαμβάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, λίγο μετά παίρνει τη Νέα Δημοκρατία ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κι οι δύο διαδεχόμενοι τον Αντώνη Σαμαρά. Η αποχώρηση του Σαμαρά από την πρωθυπουργία και την ηγεσία της παράταξης σηματοδότησε την είσοδο σε μια περίοδο εγκλωβισμού, που αποδείχθηκε το πιο πρόσφορο έδαφος για να επιβεβαιωθούν οι θέσεις του Κορεάτη διανοητή.

Αυτή η συγκυρία μας δίνει το καλύτερο πλαίσιο για να καταλάβουμε την υπαρξιακή, πολιτική και πνευματική κρίση που ζούμε έκτοτε. Ο Χαν μας λέει πως η σημερινή κοινωνία αντικατέστησε το «πρέπει» των κανόνων με ένα καταναγκαστικό «μπορώ» της επίδοσης. Ο άνθρωπος δεν πιέζεται από κάποιον εξωτερικό καταπιεστή, αλλά γίνεται «επιχειρηματίας του εαυτού του» κι εγκλωβίζεται σε μια νάρκισση σχέση με το «εγώ» του, που γεννά άγχος, κατάθλιψη κι εξάντληση. Αυτή η αλλαγή καθρεφτίστηκε απόλυτα στο δίπολο Τσίπρα-Μητσοτάκη, που μας τους παρουσιάζουν τεχνητά ως τις μόνες λύσεις, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι δύο όψεις του ίδιου αδιεξόδου.

Από τη μια, η διακυβέρνηση Τσίπρα πούλησε την ψευδαίσθηση μιας αλόγιστης ελευθερίας, κάνοντας την ατομική επιθυμία πολιτικό πρόσταγμα και διαλύοντας κάθε έννοια συλλογικού καθήκοντος. Από την άλλη, ο Μητσοτάκης έστησε το απόλυτο μοντέλο της «κοινωνίας της επίδοσης», βλέποντας τον πολίτη σαν μια παραγωγική μονάδα που πρέπει διαρκώς να προσαρμόζεται και να αποδίδει. Το πιο αποκαλυπτικό; Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει κανένα θετικό αφήγημα, αφού συντηρείται σχεδόν αποκλειστικά καλλιεργώντας τον φόβο μήπως γυρίσει ο Τσίπρας. Με αυτό το εκβιαστικό δίλημμα κρατούν τους πολίτες ομήρους, αναγκάζοντας τους να δεχτούν τη σημερινή εξάντληση απλά για να γλιτώσουν το προηγούμενο χάος.

Όταν όμως η δράση μας αποσυνδέεται από τον «Άλλο», από την πατρίδα και από μια ανώτερη ηθική αρχή, προσκρούουμε σε τοίχο και βιώνουμε μια βαθιά κρίση ανταμοιβής. Δουλεύουμε ασταμάτητα μέσα σε αυτό το αδιέξοδο και νιώθουμε πως το έργο μας δεν τελειώνει ποτέ, γιατί λείπει το νόημα, η αρχή και ο σκοπός. Εδώ ακριβώς, εκεί που η κοσμική πολιτική σηκώνει τα χέρια ψηλά, οι δύο πυλώνες της συλλογικής μας ταυτότητας, η Ορθοδοξία και η Πατρίδα, δίνουν τη μόνη ουσιαστική θεραπεία.

Από τη μία, η Ορθόδοξη Παράδοση μας θυμίζει πως ο άνθρωπος δεν είναι μια αυτόνομη μηχανή επιδόσεων, αλλά εικόνα Θεού που βρίσκει νόημα στην αγάπη, την ταπεινοφροσύνη και την κοινωνία με τον Δημιουργό και τον πλησίον. Η κρίση ανταμοιβής σπάει όταν το ατομικό «μπορώ» υποχωρεί μπροστά στη Θεία Χάρη, προσφέροντας εκείνη την υγιή κόπωση που αναπαύει την ψυχή και βγάζει από πάνω μας το βάρος να κάνουμε τους θεούς. Από την άλλη, η έννοια της Πατρίδας προσφέρει το απαραίτητο εθνικό έδαφος και τη συλλογική συνείδηση, μετατρέποντας τον ατομικό μόχθο σε προσφορά προς το σύνολο και την ιστορική μας συνέχεια. Χωρίς το εθνικό αίσθημα, ο κόπος απογυμνώνεται από κάθε νόημα. Αυτό είναι, εξάλλου, το κύριο στοιχείο που χάσαμε. Είτε πιστεύει κανείς στην Ορθοδοξία είτε όχι, ουδείς σοβαρός μπορεί να αμφισβητήσει ότι η ταυτόχρονη απώλεια αυτών των δύο θεμέλιων λίθων, της πίστης και της φιλοπατρίας, συντελεί στην πλήρη ισοπέδωση της κοινωνίας μας.

Αυτή η πνευματική και εθνική στάση συνδέεται άμεσα με την πολιτική παρακαταθήκη του Αντώνη Σαμαρά, η διακυβέρνηση του οποίου ήταν η τελευταία περίοδος που η εξουσία κράτησε επαφή με το εθνικό καθήκον, την ηθική συνείδηση και τις παραδοσιακές αξίες. Η πρόταση του βασίστηκε στην υπακοή σε εθνικούς κανόνες, στην προσήλωση στην ελληνορθόδοξη ταυτότητα μας και σε ένα σοβαρό θεσμικό πλαίσιο με καθαρά όρια.

Παράλληλα όμως, η ανάγκη για αντίσταση σε αυτή την περιρρέουσα αμνησία εκφράστηκε και στον χώρο του πολιτισμού. Ο Γιάννης Αγγελάκας και οι «Τρύπες» είχαν πει από το 1985 αυτό που ο Χαν μας εξηγεί τρεις δεκαετίες μετά, αλλά κι αυτό που πολιτικά πάλευε και συνεχίζει να παλεύει ο Σαμαράς. Τι μας είπε τότε; «Όσοι περνούν τη χώρα της απόγνωσης παθαίνουν αμνησία», περιγράφοντας την ψυχική και πολιτική αναισθησία της «κοινωνίας της κόπωσης», όπου ο πολίτης, εξαντλημένος από την απόγνωση, χάνει την ιστορική κι ηθική του μνήμη.

Τι συνδέει, λοιπόν, δύο εκ πρώτης όψεως τόσο διαφορετικούς ανθρώπους, όπως τον Αντώνη Σαμαρά και τον Γιάννη Αγγελάκα; Η απόλυτη αυθεντικότητα και η κοινή μοίρα με την οποία τους αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη.

Ο Σαμαράς δεν πρόδωσε ποτέ τις αρχές, τα πιστεύω του, την πατρίδα και τον εαυτό του. Η στάση του, ήδη από τη δεκαετία του ’90, να προειδοποιεί για τους κινδύνους μιας δήθεν προοδευτικής πολιτικής χωρίς μέτρο, πολύ πριν αυτούς τους κινδύνους τους αντιληφθεί η υπόλοιπη κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα να πληρώσει βαρύ πολιτικό τίμημα, χωρίς όμως να αλλάξει γραμμή. Αυτή η ανυποχώρητη στάση τον καθιστά για πολλούς μια βαθιά επαναστατική μορφή της πολιτικής, ενώ για άλλους, που αδυνατούν να κατανοήσουν τη συνέπεια του, φαντάζει «γραφική».

Ο Αγγελάκας, από την άλλη, παρέμεινε εξίσου πιστός στην τέχνη και τις ιδέες του. Από τη δεκαετία του ’80 μας προειδοποιούσε μέσα από τους στίχους του για τον κοινωνικό και πνευματικό κατήφορο της χώρας. Και εκείνος αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο ακριβώς διττό τρόπο, αφού άλλοι είδαν στο πρόσωπο του έναν «επαναστάτη» και άλλοι έναν «γραφικό», προσπερνώντας συχνά την ουσία των μηνυμάτων του.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η βαθύτερη σύνδεση τους, αφού η «επαναστατικότητα» και η «γραφικότητα» που τους αποδίδονται δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Επαναστατικότητα είναι η άρνηση τους να ενδώσουν στο ρεύμα της εποχής και να συμβιβάσουν τα πιστεύω τους, ενώ γραφικότητα, με την έννοια της απομόνωσης από το εφήμερο σύστημα, είναι το τίμημα που πληρώνει όποιος επιμένει να λέει την αλήθεια πριν η κοινωνία φανεί έτοιμη να την ακούσει. Και οι δύο, ο καθένας από το δικό του μετερίζι, απέδειξαν ότι η αυθεντικότητα απαιτεί το σθένος να αντέχεις και τους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς.

Εδώ όμως είναι που οι δρόμοι της τέχνης και της πολιτικής διαφοροποιούνται. Η τέχνη του Αγγελάκα έχει την ελευθερία να ψάχνει την απόλυτη αλήθεια χωρίς να υπολογίζει το κόστος, να απομονώνεται και να την εκτοξεύει ατόφια. Στην πολιτική όμως, το ζητούμενο δεν είναι η ατομική αλήθεια, αλλά η αναζήτηση του κοινού τόπου. Αν δεν καταφέρουμε να συνθέσουμε και να συμβιβάσουμε τις διαφορετικές αλήθειες που συνυπάρχουν μέσα στην κοινωνία, τότε η συλλογική μας συμβίωση καταρρέει και γινόμαστε ζούγκλα. Στην πραγματικότητα, εκεί ακριβώς μας οδήγησε η «κοινωνία της κόπωσης», στην απόλυτη, δηλαδή, κατάτμηση, στον ατομικισμό και στον δικαιωματισμό χωρίς όρια. Γι’ αυτό και σήμερα, η εξαντλημένη κοινωνία μας ψάχνει απεγνωσμένα το σημείο εκείνο που θα τη λυτρώσει από το χάος και θα την επαναφέρει στις σωστές, παραδοσιακές «εργοστασιακές της ρυθμίσεις».

Μπορούν, επομένως, αυτοί οι δύο κόσμοι της πολιτικής και της τέχνης να πορευτούν παράλληλα; Ναι, γιατί μια τέτοια συνάντηση πολιτικής και πολιτισμικής ειλικρίνειας είναι σήμερα απολύτως αναγκαία. Αν καθόντουσαν στο ίδιο τραπέζι, είναι βέβαιο πως θα έφευγαν προς την ίδια κατεύθυνση, καθώς η ουσία της αναζήτησης τους παραμένει κοινή. Πρακτικά βέβαια φαίνεται απίθανο, αλλά δεν το λέω για να κανονίσω συνάντηση. Το λέω για να δείξω πού ήμασταν, πού φτάσαμε και πώς θα ξαναβρούμε την ισορροπία μας. Αν συνέβαινε, βέβαια αυτό, θα αποτελούσε πραγματικά μια επανάσταση.

Σήμερα, η ανάγκη να σπάσει ο φαύλος κύκλος Τσίπρα-Μητσοτάκη κάνει τον Αντώνη Σαμαρά πιο επίκαιρο από ποτέ, καθώς έρχεται να λύσει τον Γόρδιο Δεσμό του τεχνητού διλήμματος που μας κρατάει στην ακινησία, την αμνησία και την εξάντληση. Ως ο μόνος ηγέτης που έχει αποδείξει στην πράξη ότι διαθέτει εθνικό σθένος, εμπειρία, αυθεντικότητα και προσήλωση στις αξίες μας, ο Σαμαράς σπάει τον φόβο και δίνει διέξοδο. Μόνο έτσι, επιστρέφοντας στο εθνικό καθήκον, μπορεί η κοινωνία μας να νικήσει την αμνησία της απόγνωσης, να γλιτώσει από την «κοινωνία της κόπωσης» και να βρει ξανά την ελπίδα και την αξιοπρέπεια της. Όσο για τον Αγγελάκα, θα συνεχίσει τον δρόμο του με τη δική του στοϊκότητα, μακριά από τα φώτα, προσφέροντας μας την τέχνη του που πάντα θα μας θυμίζει την ανάγκη για αλήθεια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.