Ο Καραϊβάζ και οι άλλοι «νεκροί της ειρήνης»

Γράφει η Σοφία Βούλτεψη

Η άγρια δολοφονία του φίλου και συναδέλφου του διπλανού γραφείου Γιώργου Καραϊβάζ – αυτής της ήρεμης δύναμης που κυκλοφορούσε ανάμεσά μας σαν τον αέρα – μας έχει φέρει σε μια κατάσταση διαρκούς σοκ.

Το πρώτο σοκ ήταν, φυσικά, το χειρότερο: Σα να σβήστηκαν ξαφνικά όλα από τη μνήμη μας, σα να σταμάτησε ο χρόνος σ’ εκείνη την αποτροπιαστική στιγμή του στυγερού εγκλήματος.

Μετά, σιγά-σιγά, όπως όταν επιστρέφεις από μια κωματώδη κατάσταση, άρχισαν ξανά να ζωντανεύουν οι μνήμες από τα ξέγνοιαστα χρόνια μας.

Δεν μας φαίνονταν ξέγνοιαστα τότε. Ο καθένας μας είχε το άγχος του δικού του ρεπορτάζ, της δικής του προσωπικής και οικογενειακής πραγματικότητας. Τρέχαμε πάνω κάτω, φωνάζαμε, ερχόταν ένα θέμα, πετάγαμε το προηγούμενο, αλλάζαμε την πρώτη σελίδα, πηγαινοερχόμαστε σε συσκέψεις, μας τηλεφωνούσαν τα παιδιά από το σπίτι, δεν περνούσε μέρα χωρίς πρόβλημα.

Αλλά ο Γιώργος εκεί, βράχος ηρεμίας. Λες και το δικό του ρεπορτάζ αρμένιζε πάντα σε ήρεμα νερά, λες και είχε λυμένα όλα του τα προβλήματα. Προχωρούσε στον διάδρομο χτυπώντας διακριτικά ένα ένα τα τζάμια των γραφείων μας. Ήταν ο χαιρετισμός του, καθώς μας προσπερνούσε κατευθυνόμενος προς το γραφείο του.

Καμιά φορά χτυπούσε και την πόρτα. Για να ενημερωθεί για ειδήσεις της τελευταίας στιγμής. Εμάς μας επισκεπτόταν συχνά – του άρεσε να μαθαίνει τα νέα από τον κόσμο. Να βλέπει πώς λειτουργούν οι αστυνομικοί συντάκτες στο εξωτερικό. Όλο και κάτι του βρίσκαμε «ξεψαχνίζοντας» τον ξένο Τύπο.

Σήμερα ανήκει πια κι’ αυτός στον χρόνο τον άχρονο, στον κόσμο εκείνων που μαζί τους πεθάναμε λίγο κι’ εμείς.

Η εξιχνίαση του στυγερού αυτού εγκλήματος δεν αφορά μόνο στον ίδιο και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Μας αφορά όλους. Αφορά στο μέλλον της δημοσιογραφίας, που δουλειά της είναι να λέει περισσότερα και όχι λιγότερα.

Γι’ αυτό. Και όχι επειδή ο κ. Τσίπρας, στο πλαίσιο της γενικής τυμβωρυχίας, και στην προσπάθειά του να εκμεταλλευτεί πολιτικά το τραγικό γεγονός αποφάσισε να μην περιοριστεί στην τραγωδία, αλλά τα έριξε όλα στον ανεμιστήρα της λάσπης, τα έστειλε να αλεστούν στον μύλο της προπαγάνδας.

Ναι, η δολοφονία του Γιώργου είναι ένα συνταρακτικό γεγονός που πρέπει να διαλευκανθεί το ταχύτερο δυνατό.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η χώρα έχει μετατραπεί «σε αποικία οργανωμένου εγκλήματος και ανεξέλεγκτης δράσης μαφιόζικων συμμοριών». Ούτε έχει καμιά σχέση με τα περί «αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας στους πολίτες», όπως ανέφερε ο κ. Τσίπρας. Ούτε όλα αυτά που καταγγέλλει συγκροτούν «μια εφιαλτική εικόνα με μαφιόζικες συμμορίες που δολοφονούν ανεξέλεγκτα».

Απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στη Λατινική Αμερική

Και όταν ο κ. Τσίπρας αναφέρεται σε «μια χώρα υπανάπτυκτη, όπου κυβερνά ο νόμος των όπλων και της νύχτας», σε ποιαν ακριβώς «υπανάπτυκτη» χώρα αναφέρεται;

Γιατί αποφεύγει επιμελώς να βγει από το έρκος των οδόντων του η Λατινική Αμερική; Μήπως επειδή αυτές ακριβώς τις χώρες μας τις παρουσίαζε ως πρότυπα;

Είναι άλλωστε γνωστό ότι μια από τις χώρες με την μεγαλύτερη εγκληματικότητα και τις περισσότερες δολοφονίες δημοσιογράφων είναι το Μεξικό του «συντρόφου» ΑΜΛΟ.

Αλλά δεν ήθελε προφανώς ο κ. Τσίπρας να μπει σε τέτοιες… λεπτομέρειες!

Όπως όταν ο ίδιος και ο ΣΥΡΙΖΑ περιγράφουν με μελανά χρώματα τα της πανδημίας και όταν τους λέμε να ρίξουν μια ματιά γύρω τους, το γυρίζουν λέγοντας «μα διεθνές ρεπορτάζ θα κάνουμε τώρα;».

Ναι. Στο διεθνές ρεπορτάζ πρέπει να πάμε αν θέλουμε να δούμε πού πραγματικά υπάρχει «η εφιαλτική εικόνα με μαφιόζικες συμμορίες που δολοφονούν ανεξέλεγκτα».

Ναι, ζήσαμε μια από τις πιο επώδυνες στιγμές της ζωής μας. Όταν σκοτώνεται ένας δημοσιογράφος είναι σα να σκοτώνονται όλοι.

Γιατί σ’ όλον τον κόσμο οι δημοσιογράφοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πυρός. Σκοτώνονται στους πολέμους που καλύπτουν ως πολεμικοί ανταποκριτές και δολοφονούνται όταν ερευνούν σοβαρές υποθέσεις σε καιρό ειρήνης.

Μακριά από τα πολεμικά μέτωπα οι περισσότεροι νεκροί

Μάλιστα, στην ετήσια έκθεσή της για το 2020, η οργάνωση «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» υπογράμμισε ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι έχασαν τη ζωή τους σε χώρες που δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση!

Πενήντα δημοσιογράφοι έχασαν τη ζωή τους το 2020 σε όλον τον κόσμο. Από αυτούς επτά στους δέκα σε χώρες όπου επικρατεί ειρήνη και όχι σε εμπόλεμες ζώνες.

Όπως υπογραμμίζεται, αν και ο ετήσιος θλιβερός απολογισμός παραμένει περίπου ο ίδιος – το 2019 είχαν χάσει τη ζωή τους 53 δημοσιογράφοι – το 2020 το 68% των δημοσιογράφων που έχασαν τη ζωή τους, 34 ψυχές δηλαδή, δεν ήταν πολεμικοί ανταποκριτές.

Μάλιστα, ο αριθμός των νεκρών δημοσιογράφων στα πολεμικά μέτωπα μειώθηκε από το 58% το 2016 στο 32% το 2020. Τα πιο φονικά πολεμικά μέτωπα ήταν της Συρίας, της Υεμένης, του Αφγανιστάν και του Ιράκ.

Δεν βρίσκονται, όμως, σε εμπόλεμη κατάσταση ούτε το Μεξικό του συντρόφου ΑΜΛΟ που διατηρεί το θλιβερό ρεκόρ και όπου κατά το 2020 δολοφονήθηκαν οκτώ δημοσιογράφοι, ούτε η Ινδία με 4 νεκρούς δημοσιογράφους, ούτε το Πακιστάν με επίσης τέσσερις, ούτε οι Φιλιππίνες με τέσσερις επίσης, ούτε η Ονδούρα με τρεις.

Σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, το 84% των δημοσιογράφων που έχασαν τη ζωή τους το 2020 δολοφονήθηκαν βάσει οργανωμένου σχεδίου. Το 2019 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 63%.

Βαρύς απολογισμός με αποκεφαλισμούς και διαμελισμούς

Πάντα σύμφωνα με την έκθεση, ορισμένοι από τους φόνους διαπράχθηκαν με εξαιρετικά βάρβαρο τρόπο.

Ο Μεξικανός δημοσιογράφος Χούλιο Βαλβίδια Ροδρίγκες της εφημερίδας El Mundo της Βερακρούς βρέθηκε αποκεφαλισμένος.

Ο Βίκτορ Φερνάντο Άλβαρες Τσάβες, διευθυντής τοπικού ειδησεογραφικού ιστότοπου, βρέθηκε διαμελισμένος στην πόλη Ακαπούλκο.

Ο Ινδός δημοσιογράφος Ρακές Σινγκ «Νίρμπικ», κάηκε ζωντανός αφού τον περιέλουσαν με εύφλεκτο υγρό. Ο επίσης Ινδός Ισραβέλ Μόζες δολοφονήθηκε «με ματσέτες».

Ο Ιρανός δημοσιογράφος Ρουχολάχ Ζαμ, διευθυντής του Amadnews, πέθανε στην αγχόνη.

Από τους είκοσι δημοσιογράφους-ερευνητές που δολοφονήθηκαν πέρσι, δέκα ερευνούσαν υποθέσεις διαφθοράς σε τοπικό επίπεδο ή υποθέσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος, τέσσερις έκαναν έρευνα για τη μαφία και το οργανωμένο έγκλημα, ενώ τρεις κάλυπταν θέματα που συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος.

Συνολικά, από το 1990, σε όλον τον κόσμο έχουν δολοφονηθεί 2.658 δημοσιογράφοι.

Το 2019, στο Μεξικό δολοφονήθηκαν δέκα δημοσιογράφοι, στο Αφγανιστάν πέντε, στο Πακιστάν τέσσερις και στη Σομαλία τρεις. Συνολικά στη Λατινική Αμερική είχαν δολοφονηθεί 14 δημοσιογράφοι.

Και τελικά επιβεβαιώνεται πως όσο περνά ο καιρός, για τους δημοσιογράφους τα σύνορα ανάμεσα σε εμπόλεμες και μη εμπόλεμες ζώνες τείνουν να καταργηθούν.

Το 2018 τη ζωή τους είχαν χάσει 80 άνθρωποι του Τύπου και το 2017, 65.

Το φονικό 2018 και η ατιμωρησία

Ειδικά το 2018 περισσότεροι από τους μισούς δημοσιογράφους δολοφονήθηκαν με πρόθεση. Στο Μεξικό δολοφονήθηκαν εννέα δημοσιογράφοι, στην Ινδία έξι και στις ΗΠΑ επίσης έξι (όταν οπλοφόρος εισέβαλε στα γραφεία της Capital Gazette).

Ο Σαουδάραβας Τζαμάλ Κασόγκι, στραγγαλίστηκε και διαμελίστηκε μέσα στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη και με ανάλογο τρόπο δολοφονήθηκε ο Σλοβάκος Γιαν Κούτσιακ. Ήταν αυτή η πιο φονική χρονιά στο Αφγανιστάν: Σε μια διπλή βομβιστική επίθεση στην Καμπούλ σκοτώθηκαν εννέα δημοσιογράφοι, ανάμεσά τους ένας φωτοειδησεογράφος του Γαλλικού Πρακτορείου.

Ήταν αυτή η πιο πολύνεκρη επίθεση εναντίον λειτουργών του Τύπου μετά τη σφαγή του Μαγκιντανάο το 2009 στις Φιλιππίνες, όταν είχαν σκοτωθεί 32 δημοσιογράφοι.

Αυτό που περισσότερο στηλιτεύεται είναι η ατιμωρησία που συνοδεύει αυτά τα εγκλήματα. Η UNESCO έχει καταγγείλει πως σχεδόν το 90% των ενόχων μεταξύ του 2006 και του 2018 δεν τιμωρήθηκαν ποτέ και έχει κηρύξει την 2α Νοεμβρίου «Διεθνή Ημέρα Κατά της Ατιμωρησίας των Εγκλημάτων Εναντίον των Δημοσιογράφων», προς τιμήν των Γάλλων που σκοτώθηκαν στις 2 Νοεμβρίου 2013 στο Μαλί, της Ζισλέν Ντιπόν και του Κλοντ Βερλόν.

Όπως υπογραμμίστηκε «οι δολοφονίες τους, όπως επίσης και αυτή της Άννα Πολιτόφσκαγια το 2006 στη Μόσχα και της Μαρί Κόλβιν το 2012 στη Συρία, αφορούσαν άμεσα τα κράτη, τις διπλωματίες τους, τις αστυνομίες τους, τις υπηρεσίες πληροφοριών τους και τη δικαιοσύνη τους».

Παράλληλα, η UNESCO, που από τον Ιούλιο του 2019 διευθύνει ένα νέο παγκόσμιο ταμείο προστασίας των ΜΜΕ, εγκαινίασε μια εκστρατεία, με την ονομασία #TruthNeverDies (Η αλήθεια δεν πεθαίνει ποτέ), για να ενθαρρύνει τη δημοσίευση άρθρων που έχουν συνταχθεί από δημοσιογράφους που έχασαν τη ζωή τους κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους ή έχουν γραφεί προς τιμήν τους.

Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων, υπερδιπλασιάστηκαν το 2020 οι δολοφονίες δημοσιογράφων για «αντίποινα». Καταγράφηκαν 21 φόνοι έναντι 10 το 2019.

Τον Απρίλιο του 2018, στον Ισημερινό του Λένιν Μορένο, δύο δημοσιογράφοι και ο οδηγός τους που είχαν απαχθεί τον προηγούμενο μήνα από Κολομβιανούς αντάρτες της FARC είχαν βρεθεί νεκροί. Ο στρατός της Κολομβίας είχε επιρρίψει την ευθύνη σε αποστάτες των FARC που διοικεί ένας πολίτης του Ισημερινού, ο Βάλτερ Αρτισάλα, ή «Γκουάτσο».

Ο Ραφαέλ Κορέα και ο Τσίπρας

Στον Ισημερινό, ο μεγάλος εχθρός του Τύπου ήταν ο Ραφαέλ Κορέα – άλλος μεγάλος φίλος του Τσίπρα! Τον Οκτώβριο του 2017, ένα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Λένιν Μορένο, που μέχρι την αποχώρηση του Κορέα υπήρξε ο πιστός του αντιπρόεδρος, είχε καλέσει σε μια συνάντηση γνωριμίας τους δημοσιογράφους των ανεξάρτητων (ιδιωτικών) μέσων, κηρύσσοντας ένα είδος ανακωχής.

Ο Κορέα διώχθηκε και καταδικάστηκε για διαφθορά, ο Μορένο δεν θέλει πια ούτε να ακούει το όνομά του, αλλά όταν ο Αλέξης Τσίπρας είχε, στα τέλη Νοεμβρίου 2016 μεταβεί στην Κούβα για την κηδεία του Κάστρο, είχε σπεύσει να συναντηθεί μαζί του.

Τότε, οι «κυβερνητικές πηγές» μας είχαν ενημερώσει για την συνάντηση, φροντίζοντας να πληροφορηθούμε ότι ο κ. Τσίπρας «μίλησε επίσης με τον πρόεδρο του Ισημερινού Ραφαέλ Κορέα, έναν από τους μεγάλους Λατινοαμερικάνους προοδευτικούς ηγέτες», ο οποίος και τόνισε τη σημασία της παρουσίας Τσίπρα  στην Κούβα, σημασία για όλη τη Λατινική Αμερική. Χαρακτηριστικά, μας είχαν πει οι «πηγές» του είπε: «Αλέξη, κρατάτε γερά, είσαι το στήριγμα στην Ευρώπη, του προοδευτικού κόσμου της Λατινικής Αμερικής!»

Τρόμος στο Μεξικό του ΑΜΛΟ

Μέσα σ’ αυτήν την ζοφερή κατάσταση, το Μεξικό παραμένει η πιο επικίνδυνη μη εμπόλεμη χώρα για τους δημοσιογράφους. Ανήκει στις χώρες όπου η δράση των καρτέλ των ναρκωτικών είναι έντονη και οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν τη διαφθορά των πολιτικών ή το οργανωμένο έγκλημα γίνονται συστηματικά στόχοι απειλών και πολλές φορές εκτελούνται. Ένας από αυτούς που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ ήραν και ο 50χρονος Χαβιέρ Βαλδές Κάρδενας, ένας εξαιρετικά πεπειραμένος Μεξικανό δημοσιογράφος, συνεργάτης του Γαλλικού Πρακτορείου και πολλών μεξικανικών μέσων ενημέρωσης.

Τον Δεκέμβριο του 2020, συνελήφθη πρώην δήμαρχος της πόλης Τσίνιπας, στην πολιτεία Τσιουάουα του βόρειου Μεξικού, με την κατηγορία της συνέργειας στη δολοφονία της δημοσιογράφου Μιροσλάβας Μπριτς το 2017, που ερευνούσε θέματα όπως οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η διακίνηση ναρκωτικών, υποθέσεις διαφθοράς. Ως ηθικός αυτουργός έχει καταδικαστεί σε πενήντα χρόνια κάθειρξη ο Χουάν Κάρλος Μορένο, γνωστός και ως «Ελ Λάρι». Η δημοσιογράφος δολοφονήθηκε με οκτώ σφαίρες στο κεφάλι την ώρα που έβγαινε από το σπίτι της για να πάει τον γιο της στο σχολείο.

Πάνω από 100 εργαζόμενοι σε ΜΜΕ έχουν δολοφονηθεί στο Μεξικό από το 2000. Στις 9 Νοεμβρίου 2020 δολοφονήθηκε ο Ισραήλ Βάσκες, δημοσιογράφος που εργαζόταν στην ηλεκτρονική εφημερίδα El Salmantino, στη Σαλαμάνκα. Άγνωστοι άνοιξαν πυρ εναντίον του την 9η Νοεμβρίου ενώ έκανε ρεπορτάζ για τον εντοπισμό ανθρωπίνων λειψάνων στην πολιτεία Γουαναχουάτο. Ήταν ο τρίτος δημοσιογράφος που είχε δολοφονηθεί μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα.

Με πολλαπλές μαχαιριές είχε δολοφονηθεί ο δημοσιογράφος Νεβίτ Κόντες Χαραμίγιο, 42 ετών, διευθυντής του τοπικού ενημερωτικού ιστότοπου Observatorio del Sur, τον Αύγουστο του 2019 σε μικρή απόσταση από την Πόλη του Μεξικού. Στις αρχές εκείνου του μήνα και μέσα σε μια μόνο εβδομάδα είχαν δολοφονηθεί άλλοι τρεις δημοσιογράφοι.

ΑΜΛΟ εναντίον δημοσιογράφων

Και πάει λέγοντας, από μήνα σε μήνα. Με τους πάντες στο Μεξικό να θυμούνται πως ο Λόπες Ομπραδόρ, γνωστός και ως ΑΜΛΟ, είχε εκλεγεί το 2018 με την δέσμευση ότι θα πατάξει την βία – το 2018 είχε σημειωθεί ο αριθμός ρεκόρ των 29.000 δολοφονιών.

Ωστόσο, μόλις στις 8 Απριλίου, ο ΑΜΛΟ βρήκε για άλλη μια φορά την ευκαιρία να επιτεθεί στους δημοσιογράφους, όταν δημοσιεύθηκε η είδηση ότι σε ένα εμβολιαστικό κέντρο της Πόλης του Μεξικού η σύριγγα που χρησιμοποιήθηκε σε έναν άνδρα ήταν κενή.

Ο πρόεδρος της χώρας που επισήμως θρηνεί 210.000 νεκρούς και ανεπισήμως πιστεύεται ότι οι νεκροί από την πανδημία είναι πάνω από 300.000 είπε πως αυτά είναι μυθεύματα των δημοσιογράφων και πως ο κόσμος δεν πρέπει να εμπιστεύεται τον Τύπο, επιστρατεύοντας μια υπόθεση δημοσιογραφικής παραπλάνησης του 2005.

Τον Μάιο του 2020 οι διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις είχαν καταγγείλει τον «σύντροφο» ΑΜΛΟ για τις συνεχείς επιθέσεις του στον Τύπο και για προπαγάνδα κατά των δημοσιογράφων, που υποκινεί την εναντίον τους βία.

Αμέσως μετά, η εφημερίδα Reforma δέχθηκε απειλές για τοποθέτηση βόμβας αν συνέχιζε την κριτική της κατά του Ομπραντόρ.

«Όποιος δημοσιεύει ρεπορτάζ που δεν του αρέσει γίνεται εχθρός του», αποφάνθηκε ο Μιγκέλ Βιβάνκο, διευθυντής του αμερικανικού παραρτήματος του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Θύματα των Ταλιμπάν

Στο Αφγανιστάν πάλι οι δημοσιογράφοι απειλούνται και δολοφονούνται από τους Ταλιμπάν, οι οποίοι συνέχισαν ακάθεκτοι το έργο τους και το 2020. Τον Νοέμβριο του 2020, οι Ταλιμπάν σκότωσαν τον Αλίγιας Ντανί του χρηματοδοτούμενου από τις ΗΠΑ Radio Liberty, με την «κατηγορία» ότι κάλυπτε δημοσιογραφικά τις επιχειρήσεις τους.

Οκτώ δημοσιογράφοι είχαν σκοτωθεί στο Αφγανιστάν τον Απρίλιο του 2018, την ώρα που κάλυπταν μια πρώτη έκρηξη. Στη διπλή επίθεση είχαν χάσει την ζωή τους 25 άνθρωποι.

Στην Ονδούρα, 86 άνθρωποι της ενημέρωσης έχουν χάσει την ζωή τους από το 2001.

Η δολοφονία στη Μάλτα

Και βέβαια, στην Ευρώπη, η υπόθεση που συγκλόνισε ήταν αυτή της δολοφονίας της δημοσιογράφου και μπλόγκερ κατά της διαφθοράς Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίζια, στις 13 Οκτωβρίου 2017. Η δημοσιογράφος σκοτώθηκε όταν εξερράγη το αυτοκίνητό της ενώ έφευγε για τη δουλειά της.

Την επομένη, όλες οι εφημερίδες της χώρας είχαν κυκλοφορήσει με την ίδια πανομοιότυπη πρώτη σελίδα, με το σύνθημα: «Το στυλό πιο δυνατό από τον φόβο».

Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, με τις κατηγορίες να πέφτουν στην κυβέρνηση του τότε πρωθυπουργού Τζότζεφ Μουσκάτ, αρχηγού του Εργατικού Κόμματος, τον οποίο ο κ. Τσίπρας δεν είχε κανένα πρόβλημα να συναντά στις συνόδους των ηγετών των χωρών του Νότου και ο οποίος είχε τότε προσφέρει αμοιβή 1 εκ. ευρώ για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στους δολοφόνους. Οι τρεις γιοί της δεν ενέκριναν την προσφορά.

«Δεν μας ενδιαφέρει μια καταδίκη και μόνο ώστε οι κυβερνώντες οι οποίοι επιδιώκουν να κερδίσουν από την δολοφονία της μητέρας μας να γυρίζουν και να λένε ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη, πέραν της ποινικής ευθύνης, θα αποδοθεί μόνο όταν όλα αυτά για τα οποία η μητέρα μας έδωσε μάχη–η απόδοση πολιτικών ευθυνών, η ακεραιότητα στη δημόσια ζωή και η ανοιχτή και ελεύθερη κοινωνία–αντικαταστήσουν την απέλπιδα κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε», ανέφεραν, ζητώντας την παραίτηση του πρωθυπουργού, καθώς και του Επιτρόπου της Αστυνομίας και του Γενικού Εισαγγελέα, οι οποίοι δεν ενήργησαν για τη διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς που είχε καταγγείλει η μητέρα τους.

Η μητέρα τους επέκρινε μέσα από το blog της πολιτικούς από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, περιλαμβανομένου του Τζόζεφ Μουσκάτ, για εμπλοκή τους σε υποθέσεις διαφθοράς.

Ο μυστικός λογαριασμός και οι εκλογές

Τον Ιούνιο του 2017, ο Μουσκάτ είχε προκηρύξει και κερδίσει στις πρόωρες εκλογές, μετά την καταγγελία της δημοσιογράφου ότι διέθετε αποδείξεις πως η σύζυγός του Μισέλ ήταν δικαιούχος ενός μυστικού τραπεζικού λογαριασμού στον Παναμά. Σύμφωνα με την Γκαλίζια, εκεί κατέληξαν οι μίζες που έλαβε από την κυβερνώσα οικογένεια του Αζερμπαϊτζάν προκειμένου μια τράπεζα του Αζερμπαϊτζάν να λάβει άδεια λειτουργίας στη Μάλτα.

Ο ίδιος ο Μουσκάτ είχε ζητήσει από εισαγγελέα να ερευνήσει τους ισχυρισμούς της και δεσμεύτηκε να παραιτηθεί αν διαπιστωνόταν εμπλοκή του στην υπόθεση. Αλλά έσπευσε να προκηρύξει εκλογές ενώ η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη.

Μετά την δολοφονία της Γκαλίζια, ο Μουσκάτ είχε χαρακτηρίσει την δημοσιογράφο ως την «μεγαλύτερη αντίπαλό του», δεσμευόμενος ότι θα αποδοθεί Δικαιοσύνη.

«Το δικαίωμα ενός δημοσιογράφου να ερευνά, να κάνει άβολες ερωτήσεις και αποτελεσματικά ρεπορτάζ βρίσκεται στον πυρήνα των αξιών μας και πρέπει να είναι εγγυημένο σε όλους τους καιρούς. Ευελπιστούμε τώρα ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη αν και αυτό δεν θα είναι αρκετό για να διορθωθεί αυτό το κακό», είχε αναφέρει ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τον Νοέμβριο του 2019 συνελήφθη ενώ προσπαθούσε να φύγει από τη Μάλτα με τη θαλαμηγό του, ο επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεκ, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη χώρα. Ο ίδιος ζήτησε από τον Πρόεδρο Βέλα ασυλία με αντάλλαγμα να δώσει πληροφορίες σχετικά με τον πρώην προσωπάρχη του πρωθυπουργού Κιθ Σέμπρι, τον πρώην υπουργό Τουρισμού Κόνραντ Μίτσι, ο οποίος είχε ήδη παραιτηθεί, καθώς και για τον πρώην υπουργό Οικονομίας Κρις Καρντόνα, ο οποίος είχε «θέσει εαυτόν σε διαθεσιμότητα». Η κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του, ενώ ο Σέμπρι, που είχε συλληφθεί, αφέθηκε ελεύθερος, προκαλώντας και πάλι την οργή των διαδηλωτών.

Σημειώστε ότι ήδη από τον Απρίλιο του 2018, 45 δημοσιογράφοι από 15 χώρες είχαν αναλάβει την αποστολή να ολοκληρώσουν τις έρευνες της δολοφονημένης συναδέλφου τους, ενώ η αίθουσα Τύπου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έφερε πλέον το όνομα «Ντάφνι Καρουάνα Γκαλίζια».

Τελικά, ο Μουσκάτ παραιτήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2020.

Για τους ανθρώπους της ενημέρωσης που συνεχίζουν να κάνουν τη δουλειά τους, φαίνεται ότι εξακολουθεί να ισχύει η ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Σε καιρό πολέμου, η αλήθεια είναι κάτι το τόσο πολύτιμο, που πρέπει να προφυλάσσεται ανάμεσα σε πολλά προστατευτικά μαξιλάρια ψεμάτων».

Δυστυχώς, αυτό πια συμβαίνει και στην ειρήνη…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.