Μια αναθεώρηση του Συντάγματος που μοιάζει με μεγάλη φυγή από την πραγματικότητα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Δεν συντάσσω το κείμενο αυτό ως ειδήμων των νομικών, πολλώ δε μάλλον ως συνταγματολόγος, αλλά ως ένας Έλληνας πολίτης που αγωνιά για τα κοινά και την πατρίδα του. Και προσέξτε, δεν υποτιμώ καθόλου το Σύνταγμα. Αντιθέτως, το θεωρώ το απόλυτο θεμέλιο μιας ευνομούμενης πολιτείας.

Όμως, πριν ξεκινήσουμε να συζητάμε για το αν θα το αλλάξουμε, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο το Σύνταγμα που ήδη έχουμε, το σέβεται κανείς. Ή μήπως το καταπατάνε; Γιατί αν συμβαίνει το δεύτερο, όπως δυστυχώς ζούμε στο πετσί μας τα τελευταία χρόνια, τότε όσες αλλαγές και να κάνουμε στα χαρτιά, καμία δεν μας εξασφαλίζει ότι το νέο κείμενο δεν θα έχει την ίδια τύχη. Οι νόμοι από μόνοι τους δεν λένε τίποτα αν δεν υπάρχουν άνθρωποι να τους εφαρμόσουν και να τους σεβαστούν. Εμείς πειθαρχούμε στους νόμους γιατί δεχόμαστε ότι οι βουλευτές και οι δικαστές έχουν τη δημοκρατική και ηθική νομιμοποίηση να ορίζουν το πλαίσιο της ζωής μας. Αν χαθεί αυτή η εμπιστοσύνη, η πολιτική τελειώνει και η κοινωνία γίνεται ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και η αυθαιρεσία.

Και έρχεται τώρα η Νέα Δημοκρατία, με τις υπογραφές 155 βουλευτών, και καταθέτει πρόταση για Συνταγματική Αναθεώρηση. Εδώ υπάρχει ένα τρελό παράδοξο, αφού την ώρα που ο κόσμος παλεύει κυριολεκτικά για να επιβιώσει στην καθημερινότητα, το πολιτικό σύστημα επιλέγει να ανοίξει μια κουβέντα «κορυφής», που δεν αγγίζει καθόλου τα πραγματικά προβλήματα του πολίτη.

Ας πούμε, όμως, ότι η αναθεώρηση είναι αναγκαία. Κανείς δεν αντιλέγει ότι το Σύνταγμα πρέπει να εξελίσσεται. Αλλά μπορεί, αλήθεια, να γίνει μια σοβαρή και ψύχραιμη συζήτηση αυτή τη στιγμή; Με μια κυβέρνηση που έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για θεσμικές παρεκτροπές και με μια Βουλή που έχει απαξιωθεί εντελώς στα μάτια του κόσμου; Όταν η πλειοψηφία δεν ξέρει πώς θα βγάλει τον μήνα, όταν τα «ήρεμα νερά» στα εθνικά μας θέματα έχουν γίνει μόνιμη τρικυμία και η χώρα αντιμετωπίζει διεθνείς κινδύνους, πόσο έντιμη είναι αυτή η πρωτοβουλία; Ή μήπως ο στόχος της κυβέρνησης δεν είναι ο εκσυγχρονισμός, αλλά το να μας αποπροσανατολίσει από τα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε;

Ιστορικά, η λέξη «Σύνταγμα» έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές ως το τέλειο καμουφλάζ για να κρυφτούν προσωπικά συμφέροντα. Πίσω από βαρύγδουπα συνθήματα, διάφοροι πολιτικάντηδες, οχυρωμένοι πίσω από τις ασυλίες τους, καβάλησαν τον σβέρκο του ελληνικού λαού για να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους.

Τώρα, η κυβέρνηση μας μιλάει για αλλαγές στη δίωξη υπουργών, για μη κρατικά πανεπιστήμια, για Τεχνητή Νοημοσύνη και κλιματική κρίση. Όμως, όλος αυτός ο «εκσυγχρονισμός» ακούγεται υποκριτικός. Έρχεται από ένα σύστημα που επί επτά χρόνια υποβάθμισε τους θεσμούς, ανέχτηκε την αδιαφάνεια και άφησε τη χώρα τελευταία στην Ευρώπη στους μισθούς και στο επίπεδο ζωής.

Ο Γάλλος πολιτικός στοχαστής, Μπενζαμέν Κονστάν, όταν ανέλυε τον διαχωρισμό των εξουσιών, έλεγε ότι η σταθερότητα βασίζεται στο να ελέγχει η μία εξουσία την άλλη. Είχε προβλέψει, όμως, δύο μεγάλους κινδύνους. Ο πρώτος ήταν ότι οι πολιτικοί, αντί να ελέγχονται μεταξύ τους, θα έφτιαχναν κλειστές ομάδες προνομίων και αδιαφάνειας για να κρατάνε τον λαό στο σκοτάδι, δηλαδή, ένα «κράτος εν κράτει». Ο δεύτερος κίνδυνος αφορά μια ναρκωμένη κοινωνία. Ανθρώπους που νιώθουν ότι η πολιτική δεν τους αφορά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν παραιτούνται για πάντα. Αντίθετα, μαζεύουν οργή, θέλουν εκδίκηση και γίνονται εύκολη λεία για κάθε επιτήδειο που τους πουλάει εύκολες λύσεις και παραμύθια.

Η επιχειρούμενη Συνταγματική Αναθεώρηση, στην παρούσα φάση, είναι αποκομμένη από το κοινωνικό γίγνεσθαι και λειτουργεί ως ένα θεσμικό προπέτασμα καπνού. Η πραγματική σταθερότητα δεν φτιάχνεται με νομικά κόλπα στα χαρτιά, την ώρα που η ίδια η πραγματικότητα γύρω μας καταρρέει. Αν το πολιτικό σύστημα συνεχίσει να νομοθετεί με αυτοαναφορικό τρόπο, αγνοώντας τις πραγματικές προκλήσεις της πατρίδας, η κοινωνική έκρηξη θα είναι το νομοτελειακό αποτέλεσμα. Σε μια εποχή ραγδαίων γεωπολιτικών κρίσεων, το να χρησιμοποιείται ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας ως επικοινωνιακό αντιπερισπασμός είναι μια πράξη βαθύτατα επικίνδυνη, που υποβαθμίζει τη δημοκρατία και πληγώνει την πατρίδα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.