Οι ελληνικές εκλογές έρχονται από το… Ιράν!
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Αν έχει κοπάσει οριστικά η πολεμική εστία στον Ιράν θα φανεί το επόμενο διάστημα. Μπορεί οι συγκρούσεις να μην κράτησαν λίγες εβδομάδες με συντριπτική επικράτηση των ΗΠΑ, όπως διακήρυτταν εξαρχής, αλλά και μετά από τέσσερις μήνες η εξομάλυνση των συνθηκών είναι καλοδεχούμενη ακόμη κι αν από τη συμβιβαστική συμφωνία οι ΗΠΑ αποκόμισαμ οφέλη αλλά δεν απέφυγαν να καταστήσουν ξανά το Ιράν, παρά τις τεράστιες ζημιές σε στρατιωτικές υποδομές, οικονομικό και γεωπολιτική παράγοντα στην περιοχή.
Οι συνέπειες όσων συνέβησαν όλο αυτό το διάστημα δεν θα εξαφανιστούν δια μαγείας, πέρα από το ότι μένει να δούμε την αντίδραση του ανικανοποίητου, με τη διευθέτηση, Ισραήλ. Η επάνοδος σε μια απολύτως φυσιολογική ροή ενέργειας και εμπορευμάτων θα αργήσει, οι κατεστραμμενες υποδομές σε όλες τις γειτονικές χώρες θα χρειαστούν χρόνο, και η συνολική εμπιστοσύνη στην αγορά θα περάσει σταδιακά μέσα από την εμπέδωση της σταθερότητας.
Είναι λοιπόν λογικό ο πληθωρισμός να κρατηθεί σε υψηλό επίπεδο για όλη τη χρονιά, οι αγορές να δείχνουν αντιφατικά σημάδια για αρκετό καιρό ακόμα και η νομισματική πολιτική να συνεχίζει να δυσκολεύεται να βρει ισορροπία ανάμεσα στην καταπολέμηση της ακρίβειας και την εξασφάλιση της ανάπτυξης και της φτηνής χρηματοδότησης.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση όπου επί χρόνια η ανάπτυξη στηρίζεται στην ονομαστική αύξηση της κατανάλωσης λόγω πληθωρισμού και την επίδρασή του Ταμείου Ανάκαμψης. Μπορεί ο χρόνος των εκλογών να επηρεαστεί από την ολοκλήρωση της αναταραχής στη Μέση Ανατολή ή οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό θα παίξουν σημαντικότερο ρόλο στην τελική απόφαση;
Πάντοτε θεωρούσα το διάστημα πριν την ψήφιση του προϋπολογισμού ως ιδανική επιλογή για να στηθούν κάλπες. Κάποιες παροχές λαμβάνουν άμεσα υπόσταση, ειδικά σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, κι ακόμη περισσότερες υποσχέσεις δίνονται με ορίζοντα που στην καλύτερη θα αρχίσει η εφαρμογή τους έναν χρόνο μετά. Σε αυτή τη φάση μάλιστα, επιπρόσθετα περιορίζεις τον χρόνο δράσης και οργάνωσης των νέων κομμάτων.
Βέβαια, υπάρχει και η αντίστροφη ανάγνωση, Αν οι πληθωριστικές πιέσεις χαλαρώσουν στις αρχές του επόμενου έτους, οι επιδράσεις της ακρίβειας θα αρχίσουν να μειώνονται και η κυβέρνηση θα ελπίζει, βάσιμα ή όχι θα φανεί, ότι το παρελθόν, ακόμη και το πιο κοντινό, ξεχνιέται εύκολα και η ελπίδα για ελάφρυνση θα υπερισχύσει ως εκλογικό κίνητρο.
Την ίδια στιγμή, δεν θα ήταν παράλογο να θεωρήσει ότι το ξεδίπλωμα των θέσεων των νέων κομμάτων, θα εκθέσει κάποια από αυτά κι ότι το νέο δίπολο που στήνει με το φόβητρο του Τσίπρα θα βοηθήσει στο να επανακτήσει κάποιες δυνάμεις. Έτσι μια εκλογική μάχη στο τέλος της τετραετίας με το ερώτημα “ποιος θα διαχειριστεί την ελληνική Προεδρία στην Ε.Ε.” θα έρθει να ολοκληρώσει ένα τρίπτυχο ταυτόχρονου φόβου κι ελπίδας.
Το ερώτημα, που δεν έχει ακόμη σίγουρη απάντηση, είναι ποια θα είναι τα κριτήρια επιλογής των Ελλήνων. Με βάση αυτά, μπορεί η μία ή η άλλη απόφαση για τον χρόνο των εκλογών να έχει νόημα. Μπορεί όμως και όχι. Γιατί αν σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας επικρατήσει η ανάγκη κυβερνητικής εναλλαγής μετά από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης, τότε τίποτε από όλα αυτά δεν θα παίξει κυρίαρχο ρόλο. Αν πάλι τα διλήμματα που θα θέσει η κυβέρνηση αποδειχτεί ότι έχουν αναφορές στα κριτήρια των ψηφοφόρων τότε μπορεί να δούμε τις κάλπες να στήνονται είτε μέσα στον Οκτώβριο, είτε ακόμη και στο οριστικό τέλος της θητείας της.

