Γιατί η πατρίδα χρειάζεται σήμερα το ακλόνητο πείσμα ενός ηγέτη
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αυτό που γίνεται τον τελευταίο καιρό από τα κυβερνητικά επιτελεία έχει καταντήσει προκλητικό. Έχουν πιάσει όλοι στο στόμα τους τη λέξη «γινάτι» και την πετάνε σαν λάσπη στον Αντώνη Σαμαρά. Ξέρουμε πολύ καλά από πού ξεκίνησε όλο αυτό. Η Ντόρα Μπακογιάννη ήταν εκείνη που έσυρε πρώτη τον χορό, πετώντας τη φράση «το γινάτι βγάζει μάτι» για τον Σαμαρά, και αμέσως μετά την παρέλαβαν όλοι όσοι ασκούν κυβερνητική προπαγάνδα για να την κάνουν καραμέλα.
Θέλουν να βγάλουν μια καθαρή στάση αρχών και τις πατριωτικές του ανησυχίες ως μια δήθεν παράλογη εμμονή, έναν εγωισμό ή ένα προσωπικό πείσμα εκδίκησης. Αλλά αν το καλοσκεφτείς, η ίδια η γλώσσα και η ιστορία τους γυρίζει την προπαγάνδα μπούμερανγκ. Είναι να απορεί κανείς πώς αυτοί που υποτίθεται ότι κάνουν κρατική επικοινωνία, διαλέγουν επίτηδες μια λέξη με τουρκικές και αραβικές ρίζες αντί για μια καθαρή, βαθιά ελληνική λέξη. Θέλουν να περάσουν υποσυνείδητα μια αίσθηση ανατολίτικου αυταρχισμού, αλλά στο τέλος, όλα τα αρνητικά αυτής της λέξης επιστρέφουν στην ίδια την οικογένεια Μητσοτάκη.
Εδώ στην ουσία μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους που συγκρούονται. Από τη μια μεριά έχουμε το αυθεντικό ελληνικό πείσμα. Η λέξη «πείσμα» στα αρχαία ελληνικά σήμαινε το σκοινί πρόσδεσης του πλοίου, το παλαμάρι. Σκεφτείτε το λίγο… όπως το παλαμάρι κρατάει το καράβι γερά δεμένο στο λιμάνι για να μην το πάρει ο καιρός, έτσι και το πείσμα του Σαμαρά κρατάει τη χώρα δεμένη στις κόκκινες γραμμές της και δεν την αφήνει να παρασυρθεί σε επικίνδυνες υποχωρήσεις.
Αυτό το πείσμα δεν είναι τυφλό, έχει λογική, πατάει σε ιστορικά δεδομένα και αξίες, και είναι αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε «καρτερία». Είναι η αρετή του πολιτικού που προτιμάει να συγκρουστεί και να τα σπάσει, παρά να προδώσει τη συνείδηση του και τη βάση της παράταξης του για μια καρέκλα.
Από την άλλη μεριά, έχουμε το ανατολίτικο γινάτι, που περιγράφει τέλεια τη νοοτροπία του Κυριάκου Μητσοτάκη και συνολικά της οικογένειας του, η οποία πρώτη λάνσαρε τη λέξη για να χτυπήσει τον αντίπαλο της. Το γινάτι δεν έχει ίχνος λογικής, βγαίνει μόνο μέσα από τον εγωισμό. Είναι η φάση που ένας ηγέτης βλέπει ότι κάνει λάθος, αλλά συνεχίζει την ίδια πορεία επειδή αν κάνει πίσω θα τσαλακωθεί το προφίλ του.
Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται μια διαχρονική οικογενειοκρατία που κρατάει από την εποχή του παλαιού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, με την εξουσία να περνάει σαν κληρονομική σκυταλοδρομία. Σήμερα, ο νυν Πρωθυπουργός κυβερνάει ξεκάθαρα με τη λογική της οικογενειακής επιχείρησης, αφού σχεδόν όλο το σόι του βρίσκεται άμεσα ή έμμεσα στην κυβέρνηση και στους μηχανισμούς, ελέγχοντας πλήρως τις αποφάσεις.
Αυτό ακριβώς κάνει ο νυν Πρωθυπουργός κι απ’ ότι φαίνεται και η οικογένεια του, αφού σπρώχνει εμμονικά μια διεθνιστική και κοσμοπολίτικη ατζέντα που δεν έχει καμία σχέση με το τι θέλει ο κόσμος και η παράταξη. Κι αυτό συμβαίνει γιατί κουβαλάει μια δυναστική αλαζονεία, τη νοοτροπία ότι η χώρα και το κόμμα είναι κληρονομική τους ιδιοκτησία. Αντί για διάλογο, επιλέγουν τον αυταρχισμό και τη λάσπη απέναντι σε όποιον μιλάει πατριωτικά.
Αλλά η παροιμία που επιστράτευσε η κυρία Μπακογιάννη ισχύει, μόνο που στρέφεται εναντίον τους, «το γινάτι βγάζει μάτι». Αυτή η εμμονή της οικογένειας Μητσοτάκη να κάνει συνεχώς υποχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική φέρνει οργή στον κόσμο, πολιτική κρίση και, μαθηματικά, τη δική τους καταστροφή.
Η ιστορία μας το έχει δείξει πολλές φορές αυτό. Όταν οι κυβερνήσεις λειτουργούν με τέτοιο οικογενειακό και κυβερνητικό γινάτι για το γόητρό τους, οδηγούν τον τόπο σε τραγωδίες, όπως έγινε και στη Μικρασιατική Καταστροφή. Όταν όμως υπάρχει το υγιές, πατριωτικό πείσμα, η χώρα σώζεται. Αυτό έκανε και ο Μεταξάς το ’40 με το ιστορικό «ΟΧΙ», κράτησε πείσμα, δεν υποκλίθηκε στους Ιταλούς και έγραψε έπος.
Για να το μαζέψουμε λοιπόν, η προπαγάνδα που ξεκίνησε από την Ντόρα Μπακογιάννη και αναπαρήγαγαν τα κυβερνητικά φερέφωνα κατέρρευσε. Πήγαν να χτυπήσουν τον Σαμαρά με μια ξένη λέξη και το μόνο που κατάφεραν ήταν να δείξουν πόσο μακριά είναι το Μαξίμου από την πραγματική βάση της παράταξης.
Αυτό που πάνε να βγάλουν ως ελάττωμα, είναι στην πραγματικότητα το πατριωτικό πείσμα που χρειαζόμαστε, το παλαμάρι που μας κρατάει όρθιους. Σε μια εποχή που όλα ξεπουλιούνται και η διακυβέρνηση έχει γίνει αλαζονική, το πείσμα του Αντώνη Σαμαρά έχει βγει ιστορικά σε καλό για την πατρίδα. Αυτή η ακλόνητη σταθερότητα χαρακτήρα είναι η πολιτική αρετή που χρειαζόμαστε σήμερα από τους ηγέτες μας.

