Η θλιβερή συνήθεια της αναζήτησης δικαιολογίας

Γράφει ο Άγγελος Κωβαίος

Ένα από τα πιο θλιβερά πράγματα στην πολιτική (και στη ζωή, γενικότερα) είναι οι δικαιολογίες. Το να περιέρχεται κάποιος σε μία κατάσταση, στην οποία δεν τολμά να αποδεχθεί τη δική του ευθύνη και επιχειρεί να καταλογίσει σε κάποιον άλλον, ή στη μοίρα, ή στην κακή συναστρία ή στον κακό μας τον καιρό, το φταίξιμο για αστοχίες, αποτυχίες και λανθασμένες αποφάσεις. (Όσοι έχουν πάει στο Στρατό θα θυμούνται ότι όποιος έβγαινε στην αναφορά, μία πιθανότητα είχε να την γλιτώσει, δηλώνοντας «αδικαιολόγητος» – ακόμη και αν δεν ίσχυε).

Η αναζήτηση δικαιολογίας, ένα άθλημα στο οποίο εδώ και μερικές δεκαετίες διακρινόμαστε οι Έλληνες και συνεπώς και οι πολιτικοί μας. Ωστόσο, είναι πλέον δεδομένο ότι η τακτική αυτή δεν μας οδηγεί πουθενά, πέραν εκείνης της (επίσης θλιβερής για ηγέτη) διαπίστωσης, ότι «αυτή είναι η Ελλάδα».

Ακόμη και από εκείνη τη δήλωση έχουν περάσει 20 χρόνια. Και η Ελλάδα είναι ακόμη «αυτή». Δεν το λες και μεγάλη εθνική επιτυχία, ειδικώς όταν βλέπεις πως σε οποιαδήποτε έκτακτη συνθήκη, η χώρα και οι πολίτες είναι αφημένοι στην τύχη, ή την ατυχία τους ή την αμυαλιά τους.

Με τις μεσογειακές ιδιαιτερότητες της χώρας δεδομένες, εξακολουθεί να είναι ενοχλητική η διαπίστωση της παράλυσης, μόλις φυσήξει ένας αέρας, πέσει μία βροχή ή ένα χιόνι. Κάπου, κάτι έχει γίνει λάθος και είναι φανερό ότι τα σημαντικότερα από αυτά εντοπίζονται σε διοικητικό επίπεδο και στο πεδίο της διάρθρωσης δομών και αρμοδιοτήτων.

Χειρότερο ακόμη και από την αναζήτηση δικαιολογιών, είναι όμως το να βλέπουν όλοι ότι αυτές έχουν εξαντληθεί.

Στην περίπτωση της «Ελπίδας», φάνηκε πώς το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να βρίσκεται σε αδυναμία διαχείρισης στοιχειωδών προβλημάτων. Αποφεύγοντας την περιπτωσιολογία για το τι θα μπορούσε να έχει γίνει (όλοι έχουν άποψη – άλλη μία ελληνική, αγαπημένη συνήθεια), κατανοεί κανείς εύκολα, ότι όταν αρχίζει ο ένας να επιρρίπτει ευθύνες στον άλλον και στο τέλος όλοι μαζί στον «Χατζηπετρή», που έλεγε και ο Κηλαηδόνης (εν προκειμένω στην εταιρεία διαχείρισης της Αττικής Οδού), ο πολίτης αδιαφορεί. Είτε είναι κάποιος από εκείνους που εγκλωβίστηκαν, είτε από τους άλλους που παρακολουθούσαν από το σπίτι και τις τηλεοράσεις. Η ευθύνη αποδίδεται ούτως ή άλλως σε εκείνον που έχει την γενική αρμοδιότητα της διοίκησης και το γενικό πρόσταγμα.

Σε ένα όμως ενοχλητικό deja vù, είναι σήμερα σαν να ακούει κανείς τις περυσινές δηλώσεις των αρμοδίων, έπειτα από έναν ανάλογο χιονιά, για τη θεραπεία παθογενειών, την κατάργηση του δαιδαλώδους πλέγματος αρμοδιοτήτων, τον εξορθολογισμό του συστήματος λήψης αποφάσεων και τόσα άλλα, που δεν έχουν γίνει.

Σε πολιτικό επίπεδο, οι αστοχίες αυτού του τύπου, δεν καλύπτονται πλέον με δικαιολογίες, οι οποίες, καλώς ή κακώς – δεν έχει καμία σημασία -, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ένα όχι και τόσο τυχαίο γεγονός, διαμορφώνει μία εξαιρετικά άσχημη εικόνα, ή πάντως χαλάει την όποια καλή εντύπωση μπορεί κάποιος να επιχειρεί να καλλιεργήσει.

Πώς θεραπεύονται αυτά; Ακούγεται αφελές και ανεδαφικό, αλλά ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης είναι το πολιτικό θάρρος και οι αποφάσεις για γενναίες και ουσιαστικές, διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με γνώμονα έναν και βασικό: Ο υπεύθυνος για οτιδήποτε, σε οποιοδήποτε επίπεδο πρέπει να είναι γνωστός εκ προοιμίου και να μην χρειάζεται να αναζητείται, ούτε να μπορεί να κρύβεται πίσω από κάποιον άλλον. Αυτό θα κάνει τον καθένα να ενεργεί διαφορετικά, έστω και απλώς και μόνο υπό τον φόβο της «καρατόμησης»

Γίνεται; Δύσκολο, ειδικά όταν πλησιάζουν εκλογές και ακόμη δυσκολότερο όταν «αυτή είναι η Ελλάδα»…

reporter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.