Η ψυχή της παράταξης
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Τελικά, τι συνιστά την ψυχή μιας παράταξης; Είναι απλώς κάποιες βασικές κοινές αρχές, ένα διακριτό ιδεολογικό στίγμα ή μήπως πέρα και πάνω από αυτή τη βασική ουσία, σημαντικό ρόλο παίζει ένα συνεκτικό στοιχείο που ενοποιεί και δίνει ουσιαστική, πρακτική υπόσταση σε όλα αυτά;
Μια παράταξη οφείλει να διαθέτει ένα συγκεκριμένο αξιακό πλαίσιο, όσο ευέλικτη κι αν είναι απέναντι στις εξελίξεις, αλλιώς μετατρέπεται σε τίποτε παραπάνω από ένα “πολυκατάστημα” εξυπηρετήεων και διευθέτησης συμφερόντων και πολιτικών φιλοδοξιών.
Διαχρονικά η Κεντροδεξιά συνοψίζει αυτό το πλαίσιο στον υγιή πατριωτισμό που θεωρεί πρώτιστη υποχρέωση την αταλάντευτη προάσπιση των εθνικών δικαίων, την φιλελεύθερη ανάπτυξη της οικονομίας που δεν υπόκειται όμως στον κορπορατισμό και εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία του ανταγωνισμού και φυσικά ένα κοινωνικό κράτος που δεν μένει δέσμιο των επιδομάτων αλλά προσφέρει συγκεκριμένες απαραίτητες υπηρεσίες και δημιουργεί ευκαιρίες για όλους.
Όλα αυτά όμως αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν διέπονται από μια νοοτροπία σεβασμού και αξιοπιστίας. Γιατί λάθη θα συμβούν, απρόσμενες εξελίξεις θα υπάρξουν, και αυτοί που ξεχωρίζουν ως άξιοι διαχειριστές είναι όσοι πέρα από τα γεγονότα προσαρμόσουν τη στάση τους στο συναίσθημα και τη διάθεση των πολιτών. Όχι ως μια εκλεπτυσμένη εκδοχή λαϊκισμού που εκμεταλλεύεται την απογοήτευση και την οργή για κομματικό όφελος αλλά για να αποδείξει στους πιο αδύναμους ότι τα προβλήματά τους γίνονται κατανοητά και υπάρχει διάδραση εξουσίας και κοινωνίας.
Φράσεις όπως “το τζάμπα πέθανε” θα μπορούσαν να είναι μια χρήσιμη αποτύπωση της αυτοκριτικής για την οικονομική κυβερνητική αφέλεια προηγούμενων δεκαετιών, όταν όμως απευθύνεται στον μέσο εργαζόμενο ή επαγγελματία ακούγεται ως μια αφ’ υψηλού μομφή.
Το δημογραφικό ή το στεγαστικό πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με ατυχείς ατάκες και αφορισμούς. Το πρώτο, πέρα από θέμα πολύπλευρης στήριξης των νέων ζευγαριών είναι και θέμα νοοτροπίας που αντικατοπτρίζει τις αξιακές προτεραιότητες της σύγχρονης κοινωνίας και τα κενά στη διαπροσωπική επικοινωνία. Το δεύτερο, ένα θέμα προσφοράς και ζήτησης ακινήτων, απαιτεί χρόνο και θεσμικές παρεμβάσεις και στις δύο πλευρές της αγοράς, χωρίς και πάλι να μπορεί κανείς να διασφαλίσει άμεσα ριζικές αλλαγές στις τάσεις.
Στην εποχή της ταχύτατης αναπαραγωγής της εικόνας και της παραδοξολογίας των κραυγών, η ευγένεια, η αξιοπρέπεια, ο μεστός πολιτικός λόγος, κάποιες φορές φαντάζει ως παράταιρη εξαίρεση. Κι όσο όλοι μας εθιζόμαστε σε αυτή την πλευρά του “τέρατος”, τόσο περισσότερο αγγίζουμε την άβυσσο της ανυποληψίας.

