Η θεσμική αυταπάτη των «πανηγυρισμών»

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Ακούσαμε πάλι σήμερα για τους νέους θριάμβους της οικονομίας μας, με αφορμή τις τελευταίες ανακοινώσεις των οίκων αξιολόγησης, όμως η απόσταση ανάμεσα στα κυβερνητικά πανηγύρια και σε αυτό που ζει ο κόσμος εκεί έξω είναι απλώς τεράστια. Αν κοιτάξει κανείς πίσω από τους τίτλους και τους πανηγυρικούς τόνους, θα δει ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.

Η Moody’s, για παράδειγμα, κράτησε την Ελλάδα στην ίδια βαθμίδα, αλλάζοντας απλώς τις προοπτικές σε θετικές, ενώ ταυτόχρονα κατέβασε την εκτίμηση για την ανάπτυξη των επόμενων ετών στο 1,7%. Από την άλλη, η Scope ναι μεν μας ανέβασε ένα σκαλοπάτι, αλλά σταθεροποίησε τις προοπτικές της, κόβοντας τη φόρα για νέα άμεση αναβάθμιση. Θετικά νέα; Ασφαλώς. «Διπλή αναβάθμιση» και λόγος για θριάμβους; Σε καμία περίπτωση.

Το να παρουσιάζεται, λοιπόν, η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας ως συνολική δικαίωση της κυβερνητικής πολιτικής και ως απόδειξη ότι όλα πάνε ρολόι, είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Το ότι το Κράτος μπορεί να δανείζεται φθηνότερα είναι απλώς ένα εργαλείο, δεν είναι αναπτυξιακό σχέδιο από μόνο του. Και όσο η κυβέρνηση δείχνει με υπερηφάνεια τους δείκτες των αγορών, στην πραγματική οικονομία σιγοκαίει μια ωρολογιακή βόμβα που κανείς δεν αγγίζει.

Την ώρα που το δημόσιο χρέος πέφτει στα χαρτιά ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος πνίγει την κοινωνία, με πάνω από 1,6 εκατομμύριο ΑΦΜ να βρίσκονται υπό την απειλή ή τη μέγγενη των αναγκαστικών μέτρων της Εφορίας και τις εντολές δεσμεύσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς να πέφτουν βροχή κάθε χρόνο. Αυτή η οικονομική ασφυξία χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά της αγοράς, δηλαδή στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα μπορεί να ακούγεται ωραία στις ειδήσεις, αλλά δεν αγγίζει σχεδόν καθόλου τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Από τις 500.000 ενεργές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη χώρα, μόλις 30 με 40 χιλιάδες καταφέρνουν να περάσουν την πόρτα των συστημικών τραπεζών και να πάρουν δάνειο. Το υπόλοιπο 90% παραμένει παντελώς αποκλεισμένο, εγκλωβισμένο σε παλιά χρέη, στον «Τειρεσία» και στα εξαιρετικά αυστηρά τραπεζικά κριτήρια που καθιστούν την πρόσβαση σε κεφάλαια κίνησης άπιαστο όνειρο.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και η μεταφορά των «κόκκινων» δανείων από τις τράπεζες στα funds και τους servicers για να δέσει το γλυκό. Μιλάμε για πάνω από 79 δισεκατομμύρια ευρώ σε χρέη, με τα 28 δισ. να αφορούν αμιγώς επιχειρηματικά δάνεια. Οι εταιρείες διαχείρισης κρατούν τα περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων μπλοκαρισμένα ως ενέχυρα, οι ρυθμίσεις μέσω του εξωδικαστικού καρκινοβατούν, οι απαιτήσεις για υπέρογκες προκαταβολές είναι εξοντωτικές και, τελικά, εκατοντάδες παραγωγικές και κατά τα άλλα βιώσιμες επιχειρήσεις μετατρέπονται σε «ζόμπι», στερούμενες κάθε δυνατότητα αναδιάρθρωσης.

Όσο κι αν θέλουμε να χαρούμε με τους δείκτες, η αλήθεια είναι μία, αφού η οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στον τουρισμό, την κατανάλωση και τις επιδοτήσεις, ούτε η επιτυχία μετριέται με τα πρωτογενή πλεονάσματα. Χρειάζεται ισχυρή παραγωγική βάση, ενίσχυση της βιομηχανίας, του αγροτικού τομέα, της τεχνολογίας και ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας.

Τέλος, την αληθινή αξιολόγηση μιας κυβέρνησης δεν την κάνουν οι ξένοι οίκοι, αλλά ο πολίτης που βλέπει το εισόδημα του να εξανεμίζεται από το κόστος στέγασης και την ενέργεια, και ο επαγγελματίας που παλεύει καθημερινά με τη γραφειοκρατία. Και όσο οι αναβαθμίσεις των αγορών δεν φτάνουν ποτέ στο τραπέζι της κοινωνίας, οι πανηγυρισμοί θα παραμένουν απλώς μια επικοινωνιακή φούσκα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.