Η πολιτική που βυθίζεται και η συνείδηση που επιμένει να υψώνεται
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Σε μια χώρα που μοιάζει να έχει παραδοθεί στην ευκολία του εφησυχασμού, η σημερινή παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά από το βήμα της Βουλής λειτούργησε ως μια βίαιη υπενθύμιση πως η συνείδηση παραμένει το τελευταίο οχυρό πριν τον πλήρη εκφυλισμό. Σε ένα περιβάλλον όπου «το δάσος διαμορφώνει το δέντρο» και οι συλλογικές πιέσεις τείνουν να ισοπεδώσουν κάθε ιδιαιτερότητα, ο πρώην Πρωθυπουργός απέδειξε πως όταν η θέση σου στον ορίζοντα στενεύει, δεν σου απομένει άλλος δρόμος διαφυγής παρά μόνο «σε ύψος». Η στάση του δεν ήταν απλώς μια πολιτική διαφωνία, αλλά μια μαρτυρία αλήθειας σε έναν κόσμο που, όπως ο Πιλάτος, αναρωτιέται κυνικά «τι εστίν αλήθεια;» μόνο και μόνο για να νίψει τας χείρας του μπροστά στη διαφαινόμενη εθνική απομείωση.
Η ενεργειακή συμφωνία με την CHEVRON και την HELLENiQ, που παρουσιάστηκε ως θρίαμβος, αποδεικνύεται τελικά μια σύμβαση με υποσημειώσεις που μυρίζουν παραχώρηση. Η περιβόητη παράγραφος 3 του άρθρου 30 δεν είναι τεχνικό ζήτημα, αλλά πολιτική δήλωση. Και μάλιστα μια δήλωση που μοιάζει να προεξοφλεί ότι η Ελλάδα θα δεχθεί μελλοντική μείωση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Όταν το ίδιο το κράτος νομοθετεί τη δυνατότητα απομείωσης της ΑΟΖ του, δεν πρόκειται για αφέλεια. Πρόκειται για επιλογή. Και όταν αυτή η επιλογή γίνεται στο όνομα της «θωράκισης», τότε η γλώσσα δεν περιγράφει την πραγματικότητα, την κρύβει.
Ο Σαμαράς, με την οξύτητα που τον χαρακτηρίζει, δεν περιορίστηκε στο νομικό σκέλος. Έδειξε το ευρύτερο πλαίσιο, μια κυβέρνηση, δηλαδή, που λειτουργεί με το δόγμα «όπου φυσάει ο άνεμος», μια εξωτερική πολιτική που συγχέει τη διορατικότητα με την επικοινωνία, και έναν πρωθυπουργό που μοιάζει περισσότερο με σκηνοθέτη εντυπώσεων παρά με ηγέτη που αντιλαμβάνεται το βάρος της συγκυρίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Σαμαράς υπενθύμισε πως η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται με χαμόγελα και «συμφωνίες φιλίας», ούτε με θολά μηνύματα κατευνασμού την ώρα που στέλνει στρατό στην κατεχόμενη Κύπρο. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή αλλάζει ο τόνος των δηλώσεων.
Απέναντι σε όλα αυτά, η μεταλλαγμένη παράταξη της Νέας Δημοκρατίας επιβάλλει τη σιωπή στους «λιπόψυχους». Η δε αντιπολίτευση μοιάζει να κινείται σαν θεατής σε έργο που δεν καταλαβαίνει. Ανίκανη να αρθρώσει συνεκτικό λόγο, αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι η πολιτική συγκυρία δεν απαιτεί απλώς καταγγελίες, αλλά στρατηγική. Το παράδοξο είναι πως, ενώ η κυβέρνηση εμφανίζεται εγκλωβισμένη στην ίδια της την αλαζονεία, η αντιπολίτευση παραμένει εγκλωβισμένη στη δική της αμηχανία.
Η πολιτική μας ζωή ταλαντεύεται ανάμεσα στον πεζό τυχοδιωκτισμό της κυβέρνησης, αυτόν που επιδιώκει το υλικό κέρδος, και στον ποιητικό τυχοδιωκτισμό της αντιπολίτευσης, τον Δον Κιχωτισμό της αυταπάτης. Και οι δύο, όμως, οδηγούν στο ίδιο μονοπάτι, στην απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Και κάπως έτσι, το πολιτικό σύστημα αφήνει χώρο σε έναν πρώην πρωθυπουργό να εμφανίζεται ως ο μόνος που βλέπει καθαρά. Το αν αυτό είναι αλήθεια ή απλώς ένδειξη της γενικευμένης πολιτικής ένδειας, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί αργότερα.
Το βέβαιο είναι ότι η σημερινή παρέμβαση του Σαμαρά δεν ήταν μια έκρηξη προσωπικής πικρίας. Ήταν μια προσπάθεια να υπενθυμιστεί ότι η πολιτική δεν είναι επάγγελμα ανησυχίας, αλλά πράξη συνείδησης. Και ότι, όπως μας είπε, δεν υπάρχουν «επαγγελματίες ανησυχούντες». Υπάρχουν μόνο «ερασιτέχνες εφησυχασμένοι». Αυτοί που νομίζουν ότι η ιστορία κινείται με τον ρυθμό των δημοσκοπήσεων. Αυτοί που πιστεύουν ότι η γεωπολιτική είναι τηλεοπτικό πάνελ. Αυτοί που θεωρούν ότι ο νόμος είναι εργαλείο διαχείρισης και όχι θεμέλιο της πολιτείας.
Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη παρακολουθεί αμήχανη, η Τουρκία αναθεωρεί ανοιχτά, οι ΗΠΑ αναδιατάσσουν τον κόσμο και η ενέργεια γίνεται το νέο πεδίο ισχύος, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να πορεύεται με ηγέτες που μετρούν εντυπώσεις αντί για συνέπειες. Η διορατικότητα δεν είναι ρομαντισμός. Είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Και η αλήθεια, όσο κι αν ενοχλεί, δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση.
Το δάσος, λοιπόν, συνεχίζει να διαμορφώνει τα δέντρα του. Και το ερώτημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο. Το ερώτημα είναι ποια Ελλάδα θέλουμε να διαμορφώσει τα δέντρα του αύριο. Μια Ελλάδα που θα συνεχίσει να ζει μέσα στην υποκρισία της εντύπωσης; Ή μια Ελλάδα που θα θυμηθεί ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται θόρυβο, αλλά ύψος; Γιατί, τελικά, όπως έγραφε ο Gide, «δεν μπορείς να ξεφύγεις παρά μόνο σε ύψος». Και η χώρα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται ύψος.
Αν κάτι ανέδειξε η σημερινή ομιλία, είναι ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα βαθύ ρήγμα, ανάμεσα σε εκείνους που βλέπουν την πολιτική ως διαχείριση και σε εκείνους που τη βλέπουν ως ευθύνη. Το ποιοι θα επικρατήσουν, δεν θα το κρίνουν οι εντυπώσεις. Θα το κρίνει η ιστορία, και η ιστορία δεν χαρίζεται σε κανέναν.

