Η παγίδα του κυβερνητικού καναπέ και η ψευδαίσθηση της σταθερότητας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Υπάρχει ένα κατάστημα στην Αθήνα που πουλάει μόνο καναπέδες και για, να το πω κομψά, πολύ χαλαρούς τύπους. Τεμπέληδες, ρε παιδί μου, για να το πω λαϊκά. Κάθε φορά που τυχαίνει να περάσω από εκεί, μου δημιουργείται μια διπλή απορία. Αφενός, μπορεί μια επιχείρηση να είναι βιώσιμη πουλώντας μόνο ένα προϊόν; Κι αφετέρου, υπάρχουν όντως τόσοι άνθρωποι που επιλέγουν να βγάλουν το υπόλοιπο της ζωής τους ξαπλωμένοι, ώστε να συντηρούν ένα τέτοιο μαγαζί; Προφανώς και υπάρχουν. Κι αυτό ακριβώς το σκηνικό μου φέρνει αμέσως στο μυαλό την περιβόητη «ανάγκη σταθερότητας» που μας πλασάρει καθημερινά η κυβερνητική προπαγάνδα.
Μας λένε συνεχώς ότι η κατάσταση της χώρας είναι εξαιρετικά εύθραυστη, ότι είμαστε γυάλινοι και πως κάθε λάθος στραβοτιμονιά μπορεί να μας τινάξει στον αέρα και να μας πάει κατευθείαν σε χρεοκοπία. Δηλαδή, για να καταλάβω, μετά από 15 χρόνια θυσιών και οικονομικής κρίσης, η χώρα βρίσκεται ακόμα στο χείλος του γκρεμού; Και αναρωτιέται εύλογα κανείς, αν αποφασίσει επιτέλους να σηκωθεί από τον καναπέ του, μετά από 7 χρόνια μιας διακυβέρνησης που διατείνεται ότι τα έκανε όλα καλά, γιατί κινδυνεύουμε ακόμα; Τι έκαναν επτά χρόνια, αν μια λάθος κίνηση αρκεί για να μας γυρίσει στο σημείο μηδέν του 2010;
Μετά, μας πετάνε τον μπαμπούλα της ακυβερνησίας. Προβάλλουν την πρόφαση ότι η αντιπολίτευση είναι κομμάτια και πως η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση είναι η ΝΔ. Σύμφωνοι, το ρίσκο υπάρχει. Αλλά την ίδια στιγμή βλέπουμε άλλες ευρωπαϊκές χώρες να πορεύονται εν μέσω πολιτικής αστάθειας για πολλούς μήνες, ακόμη και χρόνια, χωρίς να παραλύει το κράτος τους. Εμείς, επτά χρόνια μετά, γιατί δεν γίναμε ακόμα Ευρώπη, όπως μας είχαν κάνει σημαία; Κι αν η κυβέρνηση σε τόσα χρόνια απέτυχε και στην οικονομία και στους θεσμούς, για πόσο ακόμα πρέπει να κυβερνά στο όνομα αυτής της πολυπόθητης «σταθερότητας»; Για άλλη μια τετραετία, για δύο, για τρεις; Μήπως στο τέλος, ως προϋπόθεση της «σταθερότητας», θα πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε και εκλογές;
Για να δούμε όμως και το ταμείο αυτής της «σταθερότητας». Αν καθίσεις και κάνεις, λοιπόν, ένα σοβαρό ταμείο για αυτή την επταετία, ο απολογισμός είναι τουλάχιστον πικρός. Το μόνο που βλέπουμε είναι ένας ψηφιακός εκσυγχρονισμός της βιτρίνας, χωρίς καμία βαθιά δομική μεταρρύθμιση στην ουσία του κράτους. Βλέπουμε μια βίαιη πράσινη μετάβαση που εκτίναξε το ενεργειακό κόστος και τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο που τελικά αποδείχθηκαν τρικυμία, απλώς δεν μας το έλεγαν. Κατά τα άλλα, βιώνουμε τη θλιβερή πραγματικότητα μιας χώρας τελευταίας στην ΕΕ σε αγοραστική δύναμη, μισθούς και επίπεδο διαβίωσης, με ένα από τα υψηλότερα εμπορικά ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ, με πλήρη υποβάθμιση των θεσμών και απόλυτη αδυναμία αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.
Η διαχείριση κρίσεων εξαντλείται πλέον στο να μας έρχεται ένα μήνυμα από το 112, η εσωτερική ασφάλεια είναι στα τάρταρα, ενώ το δημογραφικό και το μεταναστευτικό βρίσκονται στο κόκκινο. Η υποβάθμιση έχει χτυπήσει την παιδεία, τη δημόσια υγεία, τον θεσμό της οικογένειας, ακόμα και το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο, αφού πρώτα το καταπάτησαν, τώρα μας λένε ότι θέλουν και να το αναθεωρήσουν. Όσο για τη μείωση της ανεργίας, μας παρουσιάζουν δύο διαφορετικά ποσοστά (ένα φουσκωμένο της ΕΛΣΤΑΤ και ένα μικρότερο της ΔΥΠΑ) για να θολώνουν τα νερά, ενώ υπερηφανεύονται για πλεονάσματα που βγαίνουν από την άγρια άμεση και έμμεση φορολόγηση. Ακόμη και το Ταμείο Ανάκαμψης, αντί για έργα υποδομής, αξιοποιείται για να μοιράζονται επιδόματα και απευθείας αναθέσεις. Αν όλο αυτό το σκηνικό ονομάζεται σταθερότητα, τότε ποια ακριβώς είναι η αστάθεια;
Φυσικά, μια τέτοια «σταθερότητα» βολεύει όποιον δεν επιθυμεί να κουνηθεί από τη βολή του, και εκεί ακριβώς στοχεύει επικοινωνιακά η προπαγάνδα. Σε αυτή τη δεξαμενή του καναπέ βρίσκεις τρεις κατηγορίες. Τη μικρή μειοψηφία που όντως περνάει καλά και θησαυρίζει, τους πραγματικά αδιάφορους που συμβιβάζονται με τη λογική του επιδόματος χωρίς να ζητάνε πολλά από τη ζωή τους, και όσους έχουν απογοητευτεί και τα ισοπεδώνουν όλα λέγοντας ότι «όλοι ίδιοι είναι».
Προσωπικά θεωρώ, δικαίωμα του καθενός να επιλέγει να περάσει τη ζωή του σε έναν καναπέ, κοιτώντας μόνο την ποιότητα του καθίσματος. Το αν ζει «ελεύθερα» σε μια τέτοια κατάσταση προφανώς αμφισβητείται, αλλά ακόμα κι έτσι, παραμένει μια προσωπική επιλογή. Το πώς βέβαια μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να αυτοπροσδιορίζεται ως πολίτης, πολλώ δε μάλλον υπεύθυνος, είναι ένα άλλο ανέκδοτο. Εκεί όμως που υπάρχει σοβαρή ένσταση, είναι όταν η κυβέρνηση μας υπόσχεται το ανήκουστο, ότι, δηλαδή, θα τα πετύχουμε όλα χωρίς να χρειαστεί να σηκωθούμε ποτέ από τον καναπέ μας. Και το ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι σκοπεύει να το πετύχει στηριζόμενη σε αυτούς που δεν θέλουν να κουνηθούν ποτέ· δηλαδή όχι με ενεργούς πολίτες, αλλά με παθητικούς καταναλωτές και υπηκόους.
Σε μια εποχή ραγδαίων γεωπολιτικών κρίσεων και μεγάλων εθνικών προκλήσεων, αυτή η επίπλαστη σταθερότητα είναι μια επικίνδυνη οφθαλμαπάτη που ναρκώνει την κοινωνία, υποβαθμίζει τη δημοκρατία και πληγώνει την πατρίδα. Στο κρίσιμο ερώτημα για το «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 τα ξημερώματα» σε μια στιγμή εθνικής ανάγκης, το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι να μην είναι εκείνος που μας υπόσχεται την ασφάλεια του καναπέ. Η πραγματική ομαλότητα δεν είναι η στασιμότητα της παρακμής. Γι’ αυτό, η ενεργοποίηση όλων εμάς, των μη λατρών του καναπέ, είναι πλέον επιτακτική ανάγκη. Οφείλουμε στην πατρίδα και στους εαυτούς μας να σηκωθούμε, να αντιδράσουμε και να δράσουμε ως ενεργοί πολίτες, παίρνοντας την τύχη της χώρας στα χέρια μας πριν η αδράνεια γίνει η οριστική ταφόπλακα του μέλλοντος μας.

