Η μείωση του χρέους ως αφήγημα και η πραγματική εικόνα της οικονομίας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η τοποθέτηση του Κυριάκου Πιερρακάκη στο Gala Dinner του 7ου Συνεδρίου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ανέδειξε το δημόσιο χρέος ως βασικό πυλώνα οικονομικής σταθερότητας και εθνικής κυριαρχίας. Ο Υπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα καταγράφει τη γρηγορότερη αποκλιμάκωση χρέους διεθνώς, με στόχο να πέσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029. Η μείωση αυτή, όπως τόνισε, δεν είναι απλώς λογιστική, αλλά δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο, μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης και εξοικονομεί περίπου 200 εκ. ευρώ ετησίως μέσω πρόωρων αποπληρωμών.

Η διεθνής βιβλιογραφία, με πιο χαρακτηριστική τη μελέτη των Reinhart & Rogoff, επισημαίνει ότι όταν το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ, ο ρυθμός μεγέθυνσης επιβραδύνεται αισθητά. Νεότερες αναλύσεις στην ΕΕ και τον ΟΟΣΑ δείχνουν ότι το όριο αυτό μπορεί να βρίσκεται χαμηλότερα, μεταξύ 60% και 80%, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Σε αυτό το σημείο, η επιλογή της κυβέρνησης να επιδιώξει τη μείωση του χρέους δεν αμφισβητείται από κανέναν σοβαρό οικονομολόγο.

Ωστόσο, η συζήτηση για το χρέος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο δημόσιο σκέλος. Σε απόλυτα μεγέθη, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 331,063 δισ. ευρώ το 2019 σε 362,925 δισ. ευρώ το 2025, περίπου 10% υψηλότερα. Αυτό που έχει μειωθεί δεν είναι το ίδιο το χρέος, αλλά ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, καθώς η ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας το κάνει να φαίνεται μικρότερο ως ποσοστό. Πρόκειται για τον δείκτη στον οποίο στηρίζεται ο Υπουργός, καθώς αποτελεί το βασικό κριτήριο βιωσιμότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εικόνα αυτή, όμως, είναι μόνο η μισή αλήθεια, αφού κρίσιμες παράμετροι όπως το ιδιωτικό χρέος, η παραγωγικότητα, ο πληθωρισμός, το εμπορικό έλλειμμα και η ποιότητα της ανάπτυξης παραμένουν εκτός της επίσημης αφήγησης.

Το ιδιωτικό χρέος, όταν υπερβαίνει το 120%-150% του ΑΕΠ, λειτουργεί ως βαρίδι για την οικονομία, καθώς επιχειρήσεις και νοικοκυριά κατευθύνουν το εισόδημα τους στην αποπληρωμή υποχρεώσεων αντί για κατανάλωση ή επενδύσεις. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΟΒΕ, το συνολικό ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία ανήλθε στα 407,6 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025 (το ποσοστό επί του ΑΕΠ ανέρχεται στο 163,04%), με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές να φτάνουν τα 235,6 δισ. ευρώ (το ποσοστό επί του ΑΕΠ ανέρχεται στο 94,24%), δηλαδή το 58% του συνόλου. Οι οφειλές προς το Δημόσιο αποτελούν το 70% αυτής της κατηγορίας, αποτυπώνοντας μια οικονομία όπου η φορολογική και ασφαλιστική πίεση συσσωρεύεται αντί να απομειώνεται.

Την ίδια στιγμή, το ιδιωτικό χρέος από δάνεια αυξήθηκε στα 245 δισ. ευρώ, περίπου στο 98,6% του ΑΕΠ, με τον επιχειρηματικό δανεισμό να κυριαρχεί. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν στο 30% των συνολικών δανείων, φτάνοντας τα 73,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 68 δισ. βρίσκονται υπό τη διαχείριση των servicers. Το 2019, τα συνολικά χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων ήταν 333 δισ. ευρώ, με τα ληξιπρόθεσμα στα 233 δισ. ευρώ, μια εικόνα που όχι μόνο δεν έχει βελτιωθεί, αλλά έχει επιδεινωθεί.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σημειώνει ότι το μέσο ετήσιο υπόλοιπο των δανείων των νοικοκυριών αντιστοιχούσε στο 45,6% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Το 2025, το χρέος των νοικοκυριών ξεπερνούσε το 80% των εισοδημάτων τους, πριν μειωθεί έως το 2021 λόγω μεταφοράς μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων σε servicers. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη σταθερότητα των τραπεζών, αλλά περιορίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο χαμηλής επενδυτικής δυναμικής.

Το ιδανικό μοντέλο μείωσης χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, δεν είναι η λιτότητα, αλλά η αύξηση του ίδιου του ΑΕΠ. Πράγματι, το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές αυξήθηκε από 185,2 δισ. ευρώ το 2019 σε περίπου 250 δισ. ευρώ σήμερα, μια άνοδος 35%. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή η ανάπτυξη είναι πραγματική ή λογιστική. Παρά την ενίσχυση των εξαγωγών, μεγάλο μέρος τους προέρχεται από τον τουρισμό, ο οποίος μετριέται στατιστικά ως εξαγωγή. Η ελληνική οικονομία παραμένει υπερβολικά εξαρτημένη από τον τουρισμό και την κατανάλωση, ενώ το εμπορικό έλλειμμα παραμένει τεράστιο. Τα χρήματα που εισρέουν από τον τουρισμό «φεύγουν» αμέσως στο εξωτερικό για εισαγωγές ενέργειας, τροφίμων και τεχνολογίας, δημιουργώντας μια ανάπτυξη που μοιάζει περισσότερο με παροδική ανάσα παρά με διατηρήσιμη μεταμόρφωση.

Ακόμη και ο τουρισμός, ο μεγάλος «πρωταθλητής» της ελληνικής οικονομίας, παρουσιάζει ρωγμές. Η ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε από 29,9 εκ. το 2022 σε 43,3 εκ. το 2025, αλλά η διάρκεια παραμονής μειώθηκε, περιορίζοντας τα έσοδα. Περισσότεροι επισκέπτες, λιγότερες ημέρες, μικρότερη οικονομική επίδραση.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο πιο παραγνωρισμένος αλλά ίσως σημαντικότερος δείκτης της οικονομικής υγείας, η παραγωγικότητα. Χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, καμία οικονομία δεν μπορεί να επιτύχει βιώσιμη ανάπτυξη, ανεξάρτητα από το πόσο μειώνει το χρέος της ή πόσο αυξάνει το ΑΕΠ της σε ονομαστικούς όρους. Η παραγωγικότητα είναι ο πραγματικός πολλαπλασιαστής της ευημερίας αφού επιτρέπει υψηλότερους μισθούς χωρίς πληθωρισμό, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα, μειώνει το κόστος παραγωγής και δημιουργεί περιθώρια για επενδύσεις. Στην Ελλάδα, όμως, η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, γεγονός που εξηγεί γιατί η ανάπτυξη δεν «μεταφράζεται» σε βελτίωση της καθημερινότητας.

Και εδώ εισέρχεται ο πληθωρισμός (στο 5,4% τον 04/2026), ο αθέατος αλλά καθοριστικός παράγοντας της τελευταίας τριετίας. Ο πληθωρισμός λειτούργησε σαν διπλή λεπίδα αφού από τη μία ενίσχυσε σημαντικά τα δημόσια έσοδα, καθώς η φορολογία στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό έμμεση και συνδεδεμένη με τις τιμές. Όσο οι τιμές αυξάνονταν, τόσο αυξάνονταν και τα έσοδα του κράτους από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους. Από την άλλη, όμως, ο ίδιος αυτός πληθωρισμός αποδυνάμωσε την κατανάλωση, περιόρισε το διαθέσιμο εισόδημα και επιβάρυνε δυσανάλογα τα νοικοκυριά μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων. Η αύξηση των τιμών σε τρόφιμα, ενέργεια και ενοίκια δημιούργησε μια πραγματικότητα όπου η στατιστική ανάπτυξη δεν συμβάδιζε με την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Η οικονομία μεγάλωνε, αλλά οι πολίτες φτωχαίναν.

Η σημερινή ανάπτυξη στερείται ποιοτικών χαρακτηριστικών. Βασίζεται υπερβολικά στο Ταμείο Ανάκαμψης και στο Real Estate, με το πρώτο να λειτουργεί ως προσωρινό «ντόπινγκ» και το δεύτερο να αυξάνει το ΑΕΠ χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχες θέσεις εργασίας ή παραγωγική βάση. Η ανάπτυξη είναι στατιστικά αληθής αλλά κοινωνικά άνιση. Το 35% της αύξησης του ΑΕΠ είναι σε μεγάλο βαθμό λογιστικό, αποτέλεσμα τιμών, πληθωρισμού και συγκέντρωσης σε λίγους κλάδους. Για τον μέσο πολίτη, η εμπειρία μοιάζει με διάδρομο γυμναστηρίου όπου το ΑΕΠ τρέχει, αλλά εκείνος μένει στο ίδιο σημείο ή και πιο πίσω, καθώς η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται.

Η ελληνική οικονομία εμφανίζεται δημοσιονομικά πιο θωρακισμένη, αλλά κοινωνικά και αναπτυξιακά παραμένει εύθραυστη. Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 35% λειτουργεί ως μια εντυπωσιακή βιτρίνα που όμως κρύβει μια πραγματικότητα με λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα, υψηλότερες υποχρεώσεις, χαμηλή παραγωγικότητα και συνεχή πίεση από τον πληθωρισμό. Παράλληλα, η εξάρτηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και τον τουρισμό καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε μια πιθανή επιβράδυνση ή απότομη ανατροπή. Το δημόσιο χρέος μπορεί να αποκλιμακώνεται, αλλά το βάρος μετατοπίζεται σιωπηλά στον ιδιωτικό τομέα και στην καθημερινότητα των πολιτών, εκεί όπου τελικά κρίνεται η πραγματική βιωσιμότητα κάθε οικονομικού μοντέλου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.