Ελλάδα 2.0 των pass, των ΜΚΟ και των χαμένων προσδοκιών
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Επτά ολόκληρα χρόνια κυβέρνηση Μητσοτάκη και, αν κοιτάξει κανείς γύρω του, βλέπει τη χώρα να παλεύει ακόμα με τα ίδια και τα ίδια προβλήματα. Μας μιλάνε συνέχεια για μεγάλες μεταρρυθμίσεις, για αλλαγές που θα αλλάξουν την Ελλάδα, για ένα κράτος δήθεν πιο σύγχρονο και πιο αποτελεσματικό. Μόνο που στην καθημερινότητα μας, στην πράξη, ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι ίδιες παθογένειες μένουν άθικτες, οι ίδιες δυσκολίες μεγαλώνουν και οι ίδιες υποσχέσεις επαναλαμβάνονται.
Και ξέρετε τι είναι το πιο εξοργιστικό; Όχι μόνο όσα δεν έγιναν τόσα χρόνια, αλλά ο τρόπος που η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις δικές της αποτυχίες. Κάθε φορά που ξεσπάει μια κρίση, ο Πρωθυπουργός και τα στελέχη του βγαίνουν στα κανάλια λες και είναι απλοί παρατηρητές. Σαν να μην είναι αυτοί που κυβερνούν τη χώρα! Για τις επιτυχίες, βέβαια, η κυβέρνηση είναι πρώτη και καλύτερη. Για τις αποτυχίες; Πάντα φταίει κάποιος άλλος.
Αλλά ας αφήσουμε για λίγο την επικοινωνία κι ας δούμε τι συμβαίνει πραγματικά στην κοινωνία μας. Γιατί υπάρχει μια μεγάλη υπόσχεση που χαρακτήριζε τις δυτικές δημοκρατίες μετά τον πόλεμο, ότι τα παιδιά θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους. Σήμερα, στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, αυτή η υπόσχεση έχει γίνει πια ανέκδοτο. Οι νέοι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν ούτε καν σχέδια για το μέλλον τους. Δουλεύουν και δεν τους φτάνουν τα λεφτά ούτε μέχρι το τέλος του μήνα. Βλέπουν τα ενοίκια να έχουν ξεφύγει στον θεό, την αγορά ενός σπιτιού να είναι πια άπιαστο όνειρο και τη δημιουργία οικογένειας να γίνεται μια όλο και πιο δύσκολη υπόθεση. Και το χειρότερο απ’ όλα; Έχουν αρχίσει πια να πιστεύουν πως θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους.
Κι αυτή η αποτυχία φαίνεται πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού στο δημογραφικό. Η ελληνική περιφέρεια αδειάζει, τα χωριά μας ερημώνουν, οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό και οι γεννήσεις μειώνονται δραματικά. Και τι κάνει η κυβέρνηση γι’ αυτό; Μοιράζει κάποια επιδόματα-ψίχουλα, ανακοινώνει μέτρα και επαναλαμβάνει με στόμφο ότι το δημογραφικό είναι ένα μεγάλο εθνικό πρόβλημα. Το ξέρουμε ότι είναι μεγάλο πρόβλημα! Αυτό που δεν βλέπουμε είναι ένα σοβαρό, οργανωμένο σχέδιο για να το αντιμετωπίσουμε.
Και φυσικά, δίπλα στο δημογραφικό βρίσκεται το ασφαλιστικό. Οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν κανονικά τις εισφορές τους, αλλά αναρωτιούνται όλο και πιο συχνά αν θα πάρουν ποτέ μια αξιοπρεπή σύνταξη. Ο πληθυσμός γερνάει, οι εργαζόμενοι που στηρίζουν το σύστημα λιγοστεύουν και οι πιέσεις γίνονται τεράστιες. Κι όμως, αντί να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον του ασφαλιστικού και να υπάρξει ένας σχεδιασμός με ορίζοντα δεκαετιών, συνεχίζουμε να κινούμαστε με τη λογική «βλέποντας και κάνοντας» για την επόμενη μέρα.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την κοινωνική πρόνοια. Εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ένα ισχυρό κράτος, που να προστατεύει τα παιδιά, τους ασθενείς και τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας, βλέπουμε όλο και περισσότερο την Πολιτεία να πετάει από πάνω της την ευθύνη και να μεταφέρει την κοινωνική φροντίδα σε ΜΚΟ, ΑΜΚΕ και ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Προφανώς και η κοινωνική προσφορά είναι πολύτιμη. Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία της! Άλλο όμως η προσφορά κι άλλο η πλήρης υποκατάσταση του κράτους. Δεν μπορεί η προστασία των πιο ευάλωτων ανθρώπων να εξαρτάται από το αν θα βρεθεί κάποιος ιδιώτης να βοηθήσει ή κάποια οργάνωση να αναλάβει αυτό που θα έπρεπε να εγγυάται η ίδια η Πολιτεία.
Και όταν έρχονται στο φως υποθέσεις όπως αυτή της «Παιδικής Χαράς», με τις καταγγελίες για λεφτά από εράνους που φέρονται να κατέληξαν σε τζόγο, πολυτελή αμάξια και μεγάλη ζωή, τότε γεννιούνται πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα. Πού ήταν οι έλεγχοι; Ποιος είχε την εποπτεία; Πώς είναι δυνατόν να μαζεύονται εκατομμύρια ευρώ στο όνομα της κοινωνικής προσφοράς και να μην υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί διαφάνειας και ελέγχου; Η Δικαιοσύνη προφανώς πρέπει να κάνει τη δουλειά της και να αποδώσει ευθύνες εκεί που υπάρχουν.
Αλλά η κυβέρνηση δεν μπορεί κάθε φορά να εμφανίζεται έκπληκτη και «σοκαρισμένη». Ούτε φυσικά να μας πουλάει επικοινωνιακό σανό, στέλνοντας εκ των υστέρων τους «αδιάφθορους» να κυνηγήσουν το οικονομικό έγκλημα που η ίδια άφησε να γιγαντωθεί! Μας παρουσιάζουν ξαφνικά τις συλλήψεις στα δελτία των οκτώ λες και ανακάλυψαν την Αμερική, λες και με μια έφοδο της αστυνομίας και μερικές χειροπέδες σε τηλεοπτική μετάδοση λύθηκαν διά μαγείας όλα τα δομικά προβλήματα της χώρας. Μακάρι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Αλλά η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν γίνεται με βαρύγδουπους τίτλους και νέους μηχανισμούς. Χρειάζεται ανεξάρτητους ελέγχους, πραγματική διαφάνεια, ισχυρή Δικαιοσύνη και, κυρίως, αποτελέσματα.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να ανακοινώνουμε πόσους μηχανισμούς ελέγχου δημιουργήσαμε, αλλά να εξηγούμε γιατί οι υπάρχοντες δεν κατάφεραν να εντοπίσουν εγκαίρως όσα συνέβαιναν. Και κάτι ακόμη, οι «αδιάφθοροι» δεν μπορεί να εξαντλούν τη δράση τους στους εύκολους στόχους, ενώ οι μεγάλες υποθέσεις, οι πολιτικές διασυνδέσεις και οι ευθύνες της εξουσίας παραμένουν στο απυρόβλητο. Η πραγματική αξιοπιστία ενός τέτοιου μηχανισμού θα κριθεί από το αν ελέγχει τους πάντες με τα ίδια μέτρα και σταθμά, όχι από το πόσο εντυπωσιακά παρουσιάζεται στις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αποτυχία της επταετίας Μητσοτάκη. Έχουμε μια κυβέρνηση που έχει μάθει να διαχειρίζεται την εικόνα της πολύ καλύτερα από ό,τι διαχειρίζεται τα προβλήματα της χώρας. Που ξέρει να ανακοινώνει μέτρα, αλλά δεν αγγίζει καν τις αιτίες που κάνουν αυτά τα μέτρα αναγκαία. Μας μοιράζει pass, αλλά δεν χτυπάει την ακρίβεια στη ρίζα της. Μας μιλάει για ανάπτυξη, αλλά οι νέοι δεν μπορούν να αποκτήσουν ούτε ένα σπίτι. Μας μιλάει για κοινωνική ευαισθησία, αλλά το κράτος πρόνοιας διαλύεται και οι ευάλωτοι άνθρωποι μένουν όλο και πιο εκτεθειμένοι.
Ας είμαστε, λοιπόν, ειλικρινείς. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει κάνει αρκετές ανακοινώσεις ή ότι δεν έχει παρουσιάσει αρκετά σχέδια στα χαρτιά. Το πρόβλημα είναι ότι ύστερα από επτά ολόκληρα χρόνια εξακολουθεί να μην μπορεί να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις στα ζητήματα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Κι αυτό δεν κρύβεται πια πίσω από καμία επικοινωνιακή καμπάνια.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, δεν μπορείς να κυβερνάς επτά ολόκληρα χρόνια, να δημιουργείς διαρκώς νέους μηχανισμούς, να ανακοινώνεις νέες υπηρεσίες και να παρουσιάζεις κάθε φορά μια καινούργια πρωτοβουλία ως τη μεγάλη λύση, αλλά η καθημερινότητα των πολιτών να παραμένει η ίδια. Η διακυβέρνηση δεν είναι ούτε διαγωνισμός ανακοινώσεων ούτε παρέλαση επιτελικών σχημάτων και επίδοξων αδιάφθορων. Είναι η ικανότητα να αλλάζεις την πραγματικότητα προς το καλύτερο. Και αυτό είναι που εξακολουθούν να περιμένουν οι πολίτες.

