Η κεντροδεξιά που ξέχασε τον ρόλο της και άφησε την κοινωνία να χαθεί μέσα σε αφηγήσεις ταυτότητας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Χθες βρέθηκα με μια φίλη. Μητέρα μιας δεκατριάχρονης. Μια γυναίκα που δεν έχει σχέση με πολιτικές θεωρίες, ούτε με κοινωνιολογικές αναλύσεις. Ζει όπως ζουν οι περισσότεροι, με δουλειά, με άγχος, με παιδιά, με την αγωνία να μη χαθεί η ισορροπία. Και μέσα σε αυτή την ανθρώπινη στιγμή, μου είπε κάτι που την είχε ταράξει. Η κόρη της, ένα παιδί που μέχρι χθες μιλούσε για σχολείο, για φίλες, για TikTok, της είπε ότι ίσως την έλκουν σεξουαλικά και τα κορίτσια.

Όχι με την ωριμότητα της ενηλικίωσης. Όχι με την αργή, φυσική διαδικασία μέσα από την οποία ένας άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του. Αλλά με τον τρόπο που ένας έφηβος επηρεάζεται από έναν κόσμο που του λέει ότι μπορεί να είναι τα πάντα, ότι μπορεί να νιώσει τα πάντα, ότι μπορεί να δηλώσει τα πάντα. Έναν κόσμο που έχει μετατρέψει την ταυτότητα σε παιχνίδι, την ψυχολογία σε μόδα, τον αυτοπροσδιορισμό σε σύνθημα. Έναν κόσμο που έχει μπερδέψει τους εφήβους σε βαθμό που δεν ξέρουν πια τι είναι δικό τους και τι είναι επιβεβλημένο από το περιβάλλον.

Και τότε σκέφτηκα, «πώς φτάσαμε εδώ;». Πώς φτάσαμε στο σημείο όπου η ταυτότητα φύλου, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ψυχολογική αυτοαντίληψη έγιναν πολιτισμικά προϊόντα; Πώς φτάσαμε στο σημείο όπου η κοινωνία δεν ξέρει πια που τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η αφήγηση; Πώς φτάσαμε στο σημείο όπου οι έφηβοι παίρνουν αποφάσεις που δεν μπορούν να πάρουν πίσω; Πώς φτάσαμε στο σημείο όπου ο δικαιωματισμός, που κάποτε ήταν εργαλείο προστασίας, έγινε εργαλείο σύγχυσης;

Και τότε άρχισα να σκέφτομαι τις πολιτικές της σημερινής κυβέρνησης. Και εκεί βρήκα την απάντηση.

Γιατί η σύγχυση αυτή δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Είναι η εικόνα της δυτικής κοινωνίας στο σύνολo της. Η Δύση εδώ και χρόνια ζει μια πολιτισμική υπερφόρτωση, μια έκρηξη ταυτοτήτων, μια διάχυση αφηγήσεων, μια αποδόμηση των παλιών ορίων χωρίς να έχουν χτιστεί νέα. Αλλά στην Ελλάδα το φαινόμενο πήρε μια μορφή που δεν έχει προηγούμενο. Γιατί δεν έγινε μέσα από μια στρατηγική ενσωμάτωσης, δεν έγινε μέσα από θεσμική προετοιμασία, δεν έγινε μέσα από κοινωνική ωρίμανση. Έγινε βίαια. Απότομα. Χωρίς η κοινωνία να έχει προλάβει να καταλάβει τι σημαίνει, τι συνεπάγεται, τι αλλάζει.

Η ελληνική κεντροδεξιά, αντί να λειτουργήσει ως δύναμη ισορροπίας, ως δύναμη σταθερότητας, ως δύναμη θεσμικής σοβαρότητας, μετατράπηκε σε ένα υβρίδιο άκρατου δικαιωματισμού. Ένα υβρίδιο που κυβερνά σαν προοδευτικό, προβάλλεται σαν φιλελεύθερο και παρουσιάζεται σαν συντηρητικό. Ένα υβρίδιο που χρησιμοποιεί τον δικαιωματισμό όχι ως πολιτική ουσία, αλλά ως πολιτική αισθητική. Ένα υβρίδιο που δεν προστατεύει, αλλά αποπροσανατολίζει.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο νόμος για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Μια πολιτική που παρουσιάστηκε ως ιστορική τομή, ως απόδειξη προόδου, ως δείγμα κοινωνικής ωριμότητας. Αλλά χωρίς συνοδευτική εκπαίδευση, χωρίς κοινωνική προετοιμασία, χωρίς θεσμική ενσωμάτωση. Έγινε μια πολιτική-εικόνα, όχι μια πολιτική-πράξη. Και η κοινωνία, αντί να ωριμάσει, μπερδεύτηκε περισσότερο.

Το ίδιο συνέβη με τις ποσοστώσεις γυναικών στα διοικητικά συμβούλια. Μια πολιτική που θα μπορούσε να είναι εργαλείο ενδυνάμωσης, αλλά έγινε εργαλείο αισθητικής ισότητας. Χωρίς υποδομές, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς μηχανισμούς στήριξης. Μια πολιτική που έδωσε την εντύπωση ότι η ισότητα είναι θέμα αριθμών, όχι ουσίας.

Το ίδιο συνέβη με τις πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας γύρω από την ταυτότητα φύλου. Μια γλώσσα που εισήχθη χωρίς κοινωνική προετοιμασία, χωρίς ψυχολογική καθοδήγηση, χωρίς όρια. Μια γλώσσα που έλεγε στους εφήβους «ό,τι νιώθεις είναι αλήθεια», χωρίς να τους εξηγεί ότι η ψυχολογία έχει όρια, ότι η αυτοαντίληψη δεν είναι σταθερή, ότι η ταυτότητα δεν είναι παιχνίδι.

Το ίδιο συνέβη με την επικοινωνιακή πολιτική γύρω από την «ενδυνάμωση των νέων». Μια πολιτική που μιλούσε για ελευθερία, για αυτοδιάθεση, για δικαιώματα, αλλά δεν συνοδεύτηκε από μηχανισμούς προστασίας. Δεν συνοδεύτηκε από ψυχολογική στήριξη. Δεν συνοδεύτηκε από θεσμικά όρια. Και έτσι η ελευθερία έγινε σύγχυση. Η αυτοδιάθεση έγινε βάρος. Η ταυτότητα έγινε άγχος.

Και μέσα σε όλα αυτά, η κοινωνία έχασε την πυξίδα της. Γιατί όταν μια κεντροδεξιά κυβέρνηση κυβερνά σαν προοδευτική, προβάλλεται σαν φιλελεύθερη και παρουσιάζεται σαν συντηρητική, τότε η κοινωνία δεν ξέρει πού να σταθεί. Χάνει τα όρια της. Χάνει τη συνοχή της. Χάνει την πραγματικότητα της. Και τότε κατάλαβα κάτι που δεν ήθελα να παραδεχθώ, ότι η ζημιά που έχει γίνει είναι μεγάλη. Ίσως μη αναστρέψιμη. Γιατί η σύγχυση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι πολιτισμική. Είναι ψυχολογική. Είναι υπαρξιακή. Και όταν η σύγχυση γίνει υπαρξιακή, δεν διορθώνεται εύκολα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.