Η καταστροφή του αληθινού μας οικοσυστήματος
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Για μένα η επαρχία ήταν πάντα συνδεδεμένη με τα καλοκαίρια μου. Από πιτσιρίκος ακόμα, με το που έκλειναν τα σχολεία, στο μυαλό μου ήταν ένα πράγμα, πότε θα πάμε στο χωριό. Στον παππού, τη γιαγιά, και φυσικά στα άλλα παιδιά. Νιώθω πραγματικά ευλογημένος που μεγάλωσα με τόση ελευθερία. Εικόνες γεμάτες χωράφια, με τους παππούδες να καλλιεργούν φρούτα και λαχανικά κι εγώ από κοντά, να βοηθάω στη συγκομιδή. Δεν θυμάμαι να έφαγα ποτέ φρούτο από μανάβη ή σούπερ μάρκετ τότε. Ό,τι θέλαμε, το τρώγαμε κατευθείαν από την πηγή. Για να μη μιλήσω για τα ζώα, από κοτόπουλα, σκυλιά, γάτες, μέχρι κατσίκες, πρόβατα, άλογα και γαϊδούρια.
Αυτό που ζούσαμε τότε ήταν ο αληθινός ορισμός του οικοσυστήματος. Μια απόλυτη ισορροπία. Ο πρωτογενής τομέας έδινε τροφή, ο δευτερογενής, οι μάστορες, οι βιοτέχνες, οι μεταποιητές, έδινε εργαλεία και ζωή, κι όλο αυτό δεμάτιο με τις παραδόσεις, τα ήθη, τα έθιμα και τον σεβασμό στη γη. Ήταν ένας ζωντανός οργανισμός όπου τίποτα δεν πήγαινε χαμένο και ο καθένας είχε τον ρόλο του.
Όσο μεγάλωνα όμως, αυτό το οικοσύστημα άρχισε να αποδιοργανώνεται. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας άρχισαν να φεύγουν από τη ζωή. Κι οι επόμενοι, όσοι δεν είχαν φύγει ήδη για τις πόλεις, κοιτούσαν πώς να φύγουν κι αυτοί.
Σήμερα; Σήμερα αυτό το αληθινό οικοσύστημα κάποιοι το έχουν ισοπεδώσει πλήρως. Φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Τα χωριά μας κοντεύουν να γίνουν απλοί καλοκαιρινοί προορισμοί και τα χειμωνιάτικα βράδια χωριά-φαντάσματα. Η γη κινδυνεύει να σταματήσει να βγάζει καρπούς γιατί δεν έχει μείνει κανείς πίσω να την καλλιεργήσει. Αν ακούσεις κανέναν κόκορα το καλοκαίρι, κάνεις πάρτι! Το χωριό όπως το μάθαμε τελειώνει και μαζί του διαλύεται και η παραγωγική αλυσίδα της χώρας.
Και κάπου εδώ βλέπεις τις ειδήσεις ότι οι αγρότες σε όλη την Ευρώπη είναι πάλι στους δρόμους. Στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία, την Ελλάδα. Βλέπεις τα τρακτέρ να κλείνουν τις εθνικές και καταλαβαίνεις το γιατί.
Γιατί αυτό το αυτόνομο, φυσικό οικοσύστημα αντικαταστάθηκε από μια τεχνητή παράνοια. Όταν το πετρέλαιο, τα λιπάσματα και το ρεύμα έχουν πάει στον θεό, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση φορτώνει τον παραγωγό με γραφειοκρατία για μια «πράσινη μετάβαση» στα χαρτιά, και την ίδια ώρα εισάγει φθηνά προϊόντα από τρίτες χώρες χωρίς κανένα έλεγχο… πώς να επιβιώσει ο ντόπιος παραγωγός; Όταν ο αγρότης πουλάει την παραγωγή του για ψίχουλα κι εμείς στο σούπερ μάρκετ την πληρώνουμε χρυσάφι, ποιος κερδίζει; Σίγουρα όχι το οικοσύστημα του χωριού.
Μαζί με το παραγωγικό χωριό, διαλύθηκε κι ο δευτερογενής τομέας. Οι ξυλουργοί, οι ράφτες, οι τεχνίτες. Τι βάλαμε στη θέση τους; Γεμίσαμε ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες, ψησταριές, καφέ και μπαράκια. Εκεί μεταφέρθηκε ο αγρότης κι ο παλιός βιοτέχνης, και αυτοί, μόνο για τη θερινή σεζόν. Μετατρέψαμε μια ζωντανή κοινωνία παραγωγής σε έναν ευκαιριακό, εποχικό σκηνικό τουρισμού.
Θα μου πείτε τώρα, «Mα αυτή είναι η πρόοδος». Κι οι παλιοί πάλευαν μια ζωή στα χωράφια για να γλιτώσουν τα παιδιά τους από τη σκληρή δουλειά. Σύμφωνοι. Η αγροτιά είναι δύσκολη δουλειά, έχει ρίσκο, εξαρτάσαι από τον καιρό. Όταν όμως οι παππούδες μας ονειρεύονταν ένα καλύτερο μέλλον για εμάς, είμαι σίγουρος πως δεν φαντάζονταν αυτή την ισοπέδωση. Ήθελαν να αλλάξουν τη δική τους μοίρα, όχι να αφανιστεί ο τόπος τους και να μην μείνει ούτε ένας πίσω να κρατήσει Θερμοπύλες!
Γιατί εκεί ακριβώς είμαστε σήμερα, αφού έμειναν λίγοι να φυλάνε Θερμοπύλες. Η αστυφιλία μαζί με την υπογεννητικότητα είναι μια βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας και της οικονομίας μας. Και μαζί με την παραγωγή, χάνουμε και τους ανθρώπους που ήταν οι θεματοφύλακες της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Χάνοντας το οικοσύστημα του χωριού, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια μας την ταυτότητα
Όλα αυτά μου ήρθαν στο μυαλό μόλις χθες, τελευταία μέρα των διακοπών μου. Κάθομαι στην ταβέρνα του χωριού, κοιτάζω αυτούς τους λίγους που επιμένουν να μένουν πίσω, βλέπω στο κινητό τα τρακτέρ στους δρόμους της Ευρώπης και σκέφτομαι, υπάρχει λύση;
Πιστεύω πως ναι. Όσο παραμένουν άνθρωποι όπως ο Βαγγέλης, ο Τάσης, ο Θεοδόσης και λίγοι ακόμα αλλά καλοί, ναι υπάρχει. Αρκεί να καταλάβουμε ότι χωρίς ένα υγιές, παραγωγικό οικοσύστημα στην περιφέρεια δεν υπάρχει μέλλον. Αρκεί να ακούστει δυνατά η φωνή αυτής της υγιούς ομάδας ανθρώπων που θα οραματιστεί το νέο, σύγχρονο χωριό. Ένα μοντέλο που θα συνδέει ξανά την παραγωγή, τη μεταποίηση και την παράδοση με τη σύγχρονη τεχνολογία και τη βιωσιμότητα. Αυτή θα ήταν η πραγματική πρόοδος. Μια πρόοδος που κι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας θα καμάρωναν για χάρη της.

