Η Ελλάδα της Επισφάλειας πίσω από το σύνθημα της Νέας Εποχής

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η κυβέρνηση μιλά σήμερα για «νέα εποχή» στις συλλογικές συμβάσεις και για «κοινωνική συμφωνία». Μακάρι να ήταν έτσι. Γιατί η πραγματικότητα είναι επίμονη, και η ίδια κυβέρνηση που παρουσιάζεται ως υπερασπιστής της εργασίας είναι εκείνη που τα τελευταία έξι χρόνια εφαρμόζει πολιτικές που αλληλοαναιρούνται, αφήνοντας τον εργαζόμενο θεατή μιας παράστασης που δεν τελειώνει. Από τη μία υπόσχεται προστασία, από την άλλη εφαρμόζει πολιτικές που αποδυναμώνουν την εργασία και ενισχύουν την ανεξέλεγκτη λειτουργία της αγοράς. Πρόκειται για μια εξουσία που δοκιμάζει ταυτόχρονα τον σοσιαλισμό των διακηρύξεων και τον ακραίο φιλελευθερισμό των πρακτικών, ένα μείγμα που τελικά αφήνει τους πιο αδύναμους εκτεθειμένους.

Δεν είναι τυχαίο. Η κυβέρνηση κατήργησε στην πράξη το ΣΕΠΕ, μετατρέποντας το σε μια απονευρωμένη ανεξάρτητη αρχή, χωρίς προσωπικό και χωρίς αρμοδιότητες. Κι όταν δεν υπάρχουν έλεγχοι, οι συλλογικές συμβάσεις γίνονται κενό γράμμα. Ψήφισε τον νόμο Χατζηδάκη, που βάφτισε την υπερωρία «εθελοντική», ανοίγοντας την πόρτα στην ανεξέλεγκτη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από ό,τι διαφημίζεται σήμερα. Άφησε χιλιάδες εργαζόμενους στον τουρισμό για 2,5 χρόνια χωρίς επέκταση της κλαδικής σύμβασης, επιτρέποντας εργασιακές συνθήκες πίεσης, ατομικών συμφωνιών και ανασφάλειας. Στην εστίαση, στις κατασκευές, στην καθαριότητα, οι συμβάσεις έληξαν χωρίς να καλυφθούν, με τη μετενέργεια να λειτουργεί περισσότερο ως θεωρητική υπόσχεση παρά ως πραγματική ασπίδα.

Την ίδια στιγμή, η χώρα έγινε πρωταθλήτρια της επισφαλούς εργασίας. Οι «ευέλικτες» μορφές απασχόλησης πολλαπλασιάστηκαν, με μισθούς που δεν καλύπτουν ούτε το ενοίκιο, ενώ η αγοραστική δύναμη βυθίζεται. Ο κατώτατος μισθός παραμένει κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, η ακρίβεια κατατρώει το διαθέσιμο εισόδημα και η κυβέρνηση συνεχίζει να μιλά για «νέα εποχή», εφαρμόζοντας παράλληλα τις πιο ακραίες εκδοχές καπιταλιστικής απορρύθμισης.

Το πιο προβληματικό όμως δεν είναι μόνο οι αντιφάσεις, αλλά το μοτίβο διακυβέρνησης, αφού παρουσιάζεται μια κυβέρνηση που αφήνει νευραλγικούς οργανισμούς και εποπτικούς μηχανισμούς να μαραζώνουν για να παρουσιάσει αργότερα τη συρρίκνωση ως «μεταρρύθμιση». Το παλιό το αφήνει να πεθάνει, ώστε να εμφανίσει το καινούργιο ως θαύμα. Το είδαμε στο ΣΕΠΕ, το βλέπουμε στις συγκοινωνίες, στην υγεία, στη λειτουργία ανεξάρτητων αρχών. Είναι ένα σχήμα που φθείρει το κράτος, αποδυναμώνει την κοινωνική προστασία και αφήνει χώρο μόνο στην επικοινωνία.

Κι εδώ αξίζει να θυμηθούμε κάτι που η σημερινή Νέα Δημοκρατία δείχνει να έχει ξεχάσει. Η κοινωνική πολιτική είναι υποχρέωση κάθε σοβαρής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το γνώριζε καλά αυτό. Δεν οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος της μεταπολίτευσης ως μηχανισμό πελατειακών σχέσεων, αλλά ως μοχλό εθνικής συνοχής και στρατηγικό εργαλείο ανάπτυξης. Σε μια χώρα μικρή, περιφερειακή και με περιορισμένους φυσικούς πόρους, η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί στην αόρατη χείρα της αγοράς.

Αυτό ήταν ο «ρεαλιστικός» και αργότερα ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» της καραμανλικής σχολής, δηλαδή η συνύπαρξη κράτους και αγοράς ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η σημερινή Νέα Δημοκρατία, όταν αντιμετωπίζει κάθε κοινωνικό μέτρο ως κρατισμό, χάνει την ψυχή της. Ξεχνά πως ο ιδρυτής της έβλεπε το κράτος ως θεσμικό ανάχωμα απέναντι στην ανισότητα και ως εργαλείο εθνικής ανεξαρτησίας.

Γι’ αυτό και η αντίφαση της σημερινής κυβέρνησης είναι κρίσιμη. Δεν μπορείς να μιλάς για κοινωνική συμφωνία όταν αφήνεις την εργασία απροστάτευτη. Δεν μπορείς να μιλάς για «νέα εποχή» όταν οι μισθοί μένουν στάσιμοι, η καθημερινότητα δυσκολεύει, οι θεσμοί αποψιλώνονται και η αγορά λειτουργεί ασύδοτη. Κοινωνική συμφωνία δεν είναι οι δηλώσεις της κυρίας Κεραμέως. Κοινωνική συμφωνία είναι η ζωή του εργαζόμενου.

Αν η νέα συμφωνία εφαρμοστεί με ειλικρίνεια και συνέπεια, μπορεί πράγματι να αποτελέσει τη βάση για μια υγιέστερη αγορά εργασίας. Αλλά μέχρι να το δούμε στην πράξη, δηλαδή με καλύτερες αμοιβές, ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, πραγματική επέκταση συμβάσεων, αξιοπρεπείς μισθούς, κάθε λόγος για «νέα εποχή» παραμένει κενός.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες αντιφάσεις. Χρειάζεται το μέτρο του καραμανλικού ρεαλισμού. Ανάπτυξη με δικαιοσύνη, ελευθερία με αλληλεγγύη, ανταγωνισμό με προστασία. Χρειάζεται μια κυβέρνηση που βλέπει την κοινωνική ευθύνη όχι ως βαρίδι, αλλά ως ηθικό χρέος. Μέχρι τότε, η σύγκρουση μεταξύ προστασίας και αγοράς, σοσιαλιστικών υποσχέσεων και καπιταλιστικών πρακτικών θα παραμένει η βαθύτερη παθογένεια της σημερινής διακυβέρνησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.