Κυβέρνηση που παραλύει και Ελλάδα σε αδιέξοδο

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Υπάρχουν εποχές όπου η κακή διακυβέρνηση δεν προκαλεί απλώς δυσλειτουργίες, αλλά απειλεί τη συνοχή και τη βιωσιμότητα του ίδιου του κράτους. Η Ελλάδα ζει μια τέτοια περίοδο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει καταφέρει κάτι πρωτοφανές. Να πληρώνει το Δημόσιο δισεκατομμύρια ευρώ για την ανικανότητά της, να αφήνει την κοινωνία να επιβιώνει με ψίχουλα, να παρακολουθεί απαθής μια δημογραφική κατάρρευση και ταυτόχρονα να εμποδίζει βασικούς παραγωγικούς τομείς να εργαστούν, να επενδύσουν και να αναπτυχθούν. Όλα αυτά δεμένα σε ένα κυβερνητικό αφήγημα που τα παρουσιάζει ως «μεταρρυθμίσεις» και «εκσυγχρονισμό».

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα θεσμικής παράλυσης έρχεται από τον επιχειρηματία Σπύρο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος αποκάλυψε ότι η δική του επένδυση σε έκταση της Δυτικής Μακεδονίας έχει κολλήσει για χρόνια, παρότι το κράτος έχει χάσει τόσο πρωτόδικα όσο και στο εφετείο. Αλλά το πιο καίριο σημείο του Θεοδωρόπουλου βρίσκεται αλλού. Στη διάγνωση της μίας και μόνης ρίζας που ενώνει τις καθυστερήσεις της δικαιοσύνης, το υψηλό κόστος χρήματος και τους χαμηλούς μισθούς, δηλαδή την παραγωγικότητα.

Και πάνω σε αυτό το σαθρό υπόβαθρο καταρρέει ο παραγωγικός ιστός. Στον πρωτογενή τομέα ο θυμός έχει ξεχειλίσει, αφού οι αγρότες βγαίνουν σε μπλόκα σε όλη τη χώρα. Δεν διαμαρτύρονται μόνο για το κόστος παραγωγής ή τις τιμές που εξανεμίζονται, αλλά για μια πολιτεία που παραμένει αναξιόπιστη, από τις καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις και τη διαχείριση της ευλογιάς, μέχρι το χάος και τις σκιές στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η Ελλάδα δεν παράγει όχι επειδή δεν θέλουν οι άνθρωποι της, αλλά επειδή το ίδιο το κράτος φρενάρει όσους προσπαθούν. Την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για «πράσινη ανάπτυξη», η ύπαιθρος αδειάζει και η παραγωγή μαραίνεται.

Αυτή η δυστοπική κανονικότητα δεν αφορά μόνο την επιχειρηματικότητα. Αφορά την ίδια τη λειτουργία του κράτους. Η Ελλάδα πληρώνει 525 εκατ. ευρώ σε αποζημιώσεις μέσα σε έναν χρόνο επειδή το Δημόσιο δεν ωρίμασε έργα, καθυστέρησε άδειες, μπέρδεψε εκτάσεις, άργησε σε απαλλοτριώσεις και δεν συντόνισε τις ίδιες τις υπηρεσίες του. Το νέο αεροδρόμιο στο Ηράκλειο επιβαρύνει τους φορολογούμενους με 363,8 εκατ. ευρώ επειδή η κυβέρνηση άλλαζε χωροταξικά δεδομένα ενώ το έργο είχε ήδη προκηρυχθεί. Ο Ε65 προσθέτει άλλα 161 εκατ. για να μη χαθεί το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο ΒΟΑΚ φορτώνει 124,5 εκατ. επειδή το Δημόσιο… ξέχασε να ωριμάσει το έργο. Δεν είναι αποκλίσεις – είναι το κυβερνητικό μοντέλο, όσο πιο ανίκανη η κυβέρνηση, τόσο πιο ακριβό το κράτος.

Και ενώ το Δημόσιο πετά δισεκατομμύρια, οι πολίτες ζουν την απόλυτη συμπίεση. Έξι στις δέκα συντάξεις είναι κάτω από 1.000 ευρώ, ο μέσος συνταξιούχος επιβιώνει με 845 ευρώ, οι νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα μετά βίας φτάνουν τα 770 ευρώ. Την ίδια στιγμή, οι τεράστιες καθυστερήσεις στην έκδοση συντάξεων οδήγησαν σε αναδρομικά 90 εκατ. ευρώ μόνο σε έναν μήνα, επειδή το κράτος δεν μπόρεσε να κάνει το αυτονόητο, να πληρώσει, δηλαδή, εγκαίρως τους ανθρώπους που εργάστηκαν μια ζωή. Αυτή η χώρα καταφέρνει να πληρώνει περισσότερα για τη δυσλειτουργία της απ’ όσα πληρώνει για την ίδια τη λειτουργία της.

Στο βάθος όλων αυτών κρύβεται ο μεγάλος εθνικός κίνδυνος που λέγεται δημογραφική κατάρρευση. Η Ελλάδα γερνάει, μικραίνει και εγκαταλείπεται από τους νέους της με ρυθμούς που διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν πρωτοφανείς. Με τη γονιμότητα στο 1,3, ένα νούμερο που «σβήνει» κάθε κράτος σε βάθος δύο γενεών, την ακρίβεια να εξουθενώνει τα νέα ζευγάρια, τη στέγη να γίνεται απλησίαστη και την εργασία επισφαλή, το μέλλον διαγράφεται απειλητικό. Μια οικονομία που ήδη δυσκολεύεται να στηρίξει το ασφαλιστικό της σήμερα, πώς θα σταθεί σε 10 ή 20 χρόνια;

Κι εδώ επιστρέφουμε στο κεντρικό σημείο του Θεοδωρόπουλου, ότι η Ελλάδα έχει χαμηλούς μισθούς επειδή έχει χαμηλή παραγωγικότητα. Και έχει χαμηλή παραγωγικότητα επειδή παραμένει δεμένη σε μια διοίκηση αργή, φοβική, μπλοκαρισμένη, εχθρική στην παραγωγή. Από τη δικαιοσύνη που καθυστερεί επενδύσεις μέχρι τα υπουργεία που δεν προλαβαίνουν τα έργα που τα ίδια εξαγγέλλουν, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο. Μια χώρα που δεν παράγει. Και μια κοινωνία όπου το 40% μένει εκτός ανάπτυξης.

Δεν υπάρχει «μαγικό ραβδί». Υπάρχει όμως κάτι πιο απλό, η ανάγκη η Ελλάδα να αρχίσει να παράγει. Να ενισχύσει τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Να αφήσει επενδύσεις να προχωρήσουν. Να πληρώνει έγκαιρα. Να ωριμάζει έργα. Να λειτουργεί.

Από τα έργα-φιάσκο στις συντάξεις-ψέματα, το παραγωγικό αδιέξοδο και τη δημογραφική κατάρρευση, το μέλλον της χώρας δεν μπορεί να αφήνεται στην ανικανότητα μιας κυβέρνησης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.