Το ελληνικό αγροτικό ζήτημα μέσα στην Ευρωπαϊκή παραγωγική ανασυγκρότηση
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Το ότι η Ευρώπη έχει χάσει εδώ και πολλά χρόνια τον παραγωγικό της προσανατολισμό είναι κάτι δεδομένο. Εξίσου δεδομένο είναι και το ελληνικό αγροτικό ζήτημα που μέσα στις τελευταίες δεκαετίες πέρασε από την αστυφιλία των ‘60ς, στις μη αποδοτικές επιδοτήσεις των ‘80ς για να καταλήξει στην απαξίωση και την ερημοποίηση της ελληνικής περιφέρειας.
Την ίδια περίοδο το αρχικό ευρωπαϊκό όραμα για διεύρυνση της οικονομικής και εργασιακής ελευθερίας “πνίγηκε” Στη γραφειοκρατία, τα διοικητικά αδιέξοδα των αλλεπάλληλων διευρύνσεων και την όλο και πιο αδύναμη ηγεσία που απέτυχε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις ενός κόσμου που αλλάζει ταχύτατα καθιστώντας την Ε.Ε. ουραγό των εξελίξεων και τελικά θεατή του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας, όντας ενεργειακά εξαρτημένη από τρίτες πηγές.
Πλέον και στα δύο μέτωπα μοιάζει να έχουμε αγγίξει ένα τέλμα χωρίς επιστροφή, που είτε θα οδηγήσει σε ριζική αναγέννηση, είτε θα ολοκληρώσει απότομα έναν ιστορικό κύκλο με βαριές επιπτώσεις για τους πολίτες, ίσως ακόμη βαρύτερες και πιο δομικές από αυτές που έφερε η πρόσφατη οικονομική κρίση.
Η ελληνική ύπαιθρος έπαψε να στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή κι όπου συνεχίζεται, περιορισμένη είναι η προσαρμογή σε σύγχρονες μεθόδους και είδη, με τη σπατάλη ενέργειας και φυσικών πόρων να παραμένει τεράστια. Όσο η κρατική στήριξη παραμένει στα επίπεδα των καθυστερημένων επιδοτήσεων και αποζημιώσεων, τότε και οικονομικό όφελος δεν θα υπάρχει και οι κινητοποιήσεις θα επιμένουν.
Γιατί ακόμη κι αν ένα μέρος.τους μπορεί να στηρίζεται σε διαχρονική αντιπολιτευτική διεκδικητική υπερβολή, αιτήματα όπως το μειωμένο ενεργειακό κόστος, και η έγκαιρη καταβολή των ενισχύσεων ή ακόμη περισσότερο ο ανασχεδιασμός των συνεταιρισμών και ο ουσιαστικός μετασχηματισμός σε πιο επιχειρηματικά πρότυπα, δεν παύουν να αποτελούν απαραίτητη συνθήκη για τη συγκράτηση των κατοίκων στον τόπο τους σε συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Όσο όμως η συνολική Ευρωπαϊκή προοπτική διατηρείται στη θολούρα της ανικανότητας και της αναβλητικότητας, τότε είναι αμφίβολη η δυνατότητα επιτυχίας κάθε φιλόδοξου Εθνικού σχεδίου. Τα,κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης ή οι πόροι της εκάστοτε ΚΑΠ, είναι η χρηματοδοτική του παγόβουνου και δεν αρκεί για να σηματοδοτήσει καμία εντυπωσιακή αλλαγή παραγωγικής πορείας.
Όλα δείχνουν ότι σταδιακά οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνειδητοποιούν ότι το μέλλον της Ε.Ε. όλο και θα χειροτερεύει αν δεν κινηθεί ταχύτατα προς μια ταυτόχρονη θεσμική και παραγωγική ανατροπή.
Θεσμικά δημιουργώντας ένα άλλο πρότυπο διοίκησης, ίσως ακόμη και επιλεκτικές πλειοψηφίες στη βάση μια εθελούσιας συμμετοχής σε κάποιες δράσεις αλλά φυσικά και άρση των υπαρχόντων εμποδίων στον χρηματοοικονομικό και εργασιακό τομέα.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με μόνιμη μεταστροφή προς την έκδοση κοινών, αναπτυξιακών τουλάχιστον, ομολόγων, μπορούν να σημάνουν μια πρώτη κρίσιμη διαφοροποίηση στην υπάρχουσα ευρωπαϊκή λογική και να ανοίξουν επιτέλους ένα νέο, πιο ελπιδοφόρο κεφάλαιο στη λειτουργία της.

