Η Ελλάδα σε κρίση κατεύθυνσης και ταυτότητας. Η Μεταπολίτευση της Μεταπολίτευσης και η ανάγκη μιας νέας αρχής
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η απάντηση στο ερώτημα «ποιοι είμαστε;» είναι για κάθε κοινωνία το κατ’ εξοχήν πολιτικό ζήτημα. Δεν είναι φιλοσοφική περιέργεια αλλά ο καθρέφτης μέσα στον οποίο μετριέται η συνοχή, η αυτοπεποίθηση και η ιστορική συνέχεια ενός λαού. Από αυτό εξαρτάται το πώς ορίζονται οι δεσμοί αλληλεγγύης, πώς λειτουργούν οι θεσμοί, πώς η κοινωνία αντιλαμβάνεται τις απειλές και αξιοποιεί τις ευκαιρίες.
Η Ελλάδα του σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό ακριβώς το υπαρξιακό ερώτημα. Το πολιτικό της σύστημα, αντί να χαράσσει πορεία, αρκείται σε διαχείριση εντυπώσεων. Αντί να εμπνέει, υποκαθιστά το όραμα με επικοινωνία. Αντί να ηγείται, απλώς ακολουθεί. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία κουρασμένη, διχασμένη, χωρίς προσανατολισμό. Η κρίση που βιώνουμε δεν είναι μόνο οικονομική ή θεσμική. Είναι κυρίως κρίση κατεύθυνσης και ταυτότητας.
Σε αυτή τη συγκυρία, η συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά στον ΑΝΤ1 έρχεται να αναδείξει αυτό που πολλοί νιώθουν αλλά λίγοι διατυπώνουν για το ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική που παράγει αποτελέσματα, όχι εικόνα, σχέδιο και συνέχεια, όχι συγκυριακές εντυπώσεις. Ο Σαμαράς, με τον ήρεμο αλλά σταθερό λόγο του, δεν περιγράφει απλώς την παθογένεια του πολιτικού συστήματος. Κυρίως, υπενθυμίζει τι σημαίνει πραγματική ηγεσία, δηλαδή να ξέρεις πού θέλεις να πας, γιατί το κάνεις και με ποιες αξίες.
Η σημερινή κρίση δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι το αποτέλεσμα μιας πορείας που ξεκίνησε πριν από δεκαετίες και τώρα ωριμάζει μέσα σε νέα μορφή. Έχει ήδη ξεκινήσει η Μεταπολίτευση της Μεταπολίτευσης. Μια νέα αρχή, όπου τα παλιά σχήματα εξουσίας δοκιμάζονται, τα πολιτικά πρότυπα αμφισβητούνται και οι κοινωνικές συμμαχίες ανασυντίθενται. Όμως, αυτή η νέα αρχή δεν θα έχει νόημα αν δεν συνοδευτεί από αυτογνωσία και προσανατολισμό. Γιατί χωρίς σαφή απάντηση στο «ποιοι είμαστε», η πολιτική παραμένει ένα παιχνίδι τακτικής χωρίς ψυχή και στόχο.
Η «Μεταπολίτευση της Μεταπολίτευσης» δεν είναι απλώς θεσμική εξέλιξη. Είναι, πάνω απ’ όλα, κρίσιμο σταυροδρόμι ταυτότητας. Θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε με το βάρος των παλιών εξαρτήσεων και των επικοινωνιακών αυταπατών ή θα τολμήσουμε να ξαναορίσουμε την έννοια της ευθύνης, της συλλογικότητας και της ηγεσίας; Ο Σαμαράς επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται σε εξωτερικές επιβεβαιώσεις ή σε ψευδαισθήσεις διεθνούς αναγνώρισης. Η πραγματική ισχύς της χώρας πηγάζει από την πίστη στις αξίες της, την αυτονομία της σκέψης της και τη συνοχή του λαού της.
Στην οικονομία, στην κοινωνία, στην εξωτερική πολιτική, το πρόβλημα είναι κοινό, η απουσία στρατηγικής κατεύθυνσης. Μια χώρα δεν μπορεί να είναι ισχυρή όταν κυβερνάται με όρους επικοινωνίας. Δεν μπορεί να προστατεύσει τα σύνορα της, να ανατάξει την παραγωγή της ή να εμπνεύσει την κοινωνία της, αν δεν γνωρίζει τι θέλει να υπερασπιστεί. Και αυτό ακριβώς εννοεί ο Σαμαράς όταν μιλά για πολιτική με αρχές και βάθος, όχι για πολιτική δημοσκοπήσεων και εφήμερων χειροκροτημάτων.
Η αναφορά του στις χριστιανικές αξίες, στην ιστορική συνέχεια και στη σημασία της πνευματικής συνοχής δεν είναι ρομαντική νοσταλγία αλλά υπενθύμιση ότι χωρίς ρίζες, καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει τους ανέμους της εποχής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται έναν νέο διαχειριστή, αλλά έναν νέο προσανατολισμό, μια επανασύνδεση με τις αξίες που τη συγκρότησαν.
Η Μεταπολίτευση της Μεταπολίτευσης, λοιπόν, είναι ήδη εδώ. Το ερώτημα είναι αν θα γίνει μια νέα αρχή ή η οριστική απορρόφηση των θεσμών από την αδράνεια και την κενότητα. Η επιλογή αυτή θα κριθεί από την ποιότητα της ηγεσίας, από το αν, δηλαδή, θα υπάρξει πολιτικό θάρρος να ειπωθούν αλήθειες, να συγκρουστούν κατεστημένα και να αναδειχθεί ξανά το ήθος της ευθύνης.
Η συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά λειτουργεί ως προοίμιο αυτής της νέας εποχής. Μιας εποχής όπου η πολιτική καλείται να ξαναγίνει δημιουργία, όχι προβολή, να εκφράζει τον λαό, όχι να τον χειραγωγεί, να υπηρετεί το εθνικό συμφέρον, όχι την προσωπική ματαιοδοξία.
Στο τέλος, η κρίση κατεύθυνσης και ταυτότητας που βιώνει η Ελλάδα δεν θα λυθεί με συνθήματα, αλλά με ανασύνταξη προσανατολισμού. Με την απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα: Ποιοι είμαστε, πού θέλουμε να πάμε και ποιος μπορεί να μας οδηγήσει εκεί.

