Φιλελεύθεροι μέχρι να αγγίξουν τον συντεχνιασμό μας

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Η προώθηση από το Υπουργείο Παιδείας της αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων ελληνικών “κολεγίων”, που επί της ουσίας λειτουργούν ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων προφέροντας την δυνατότητα απόκτησης ισότιμων πτυχίων, ξεσκέπασε για μια ακόμη φορά την ευκολία με την οποία η αφ’ υψηλού… διαφωτισμένη θεωρητικολογία, ορισμένων φιλελεύθερων, μετατρέπεται στον πιο οπισθοδρομικό συντεχνιασμό.

Το Υπουργείο έπραξε το προφανές. Να προσαρμοστεί δηλαδή, στις ευρωπαϊκές οδηγίες που θεωρούν, πολύ λογικά ανεπίτρεπτο κάποιος να μπορεί να ασκεί ένα επάγγελμα στη χώρα από την οποία προέρχεται το πτυχίο του αλλά όχι στη χώρα που κατοικεί επειδή το Σύνταγμα απαγορεύει την ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό και μόνο. Αν αδυνατούμε να κατανοήσουμε την λογική ασυνέχεια και έλλειψη ισονομία του εργασιακού καθεστώτος που επικρατούσε τόσα χρόνια, τότε δεν έχει νόημα οποιαδήποτε άλλη συζήτηση.

Όσοι ανησυχούν για το καθαρά ακαδημαϊκό θέμα, το οποίο δεν αγγίζει ευθέως η τωρινή ευρωπαϊκή απόφαση, καλώς αναφέρονται στον ενδελεχή έλεγχο που θα πρέπει να υπάρχει στο πρόγραμμα σπουδών και το εκπαιδευτικό προσωπικό των κολεγίων, αλλά λησμονούν ότι η Ε.Ε. θεωρεί ότι το ξένο πανεπιστήμιο που μπαίνει στη διαδικασία σύναψης συμφωνίας με ένα εγχώριο εκπαιδευτήριο, ελέγχεται από το υπουργείο Παιδείας της χώρας του για την ποιότητα των προγραμμάτων και θεωρείται ότι και τα διεθνή προγράμματα τους πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις.

Όπως ακριβώς το ίδιο θεωρείται ότι συμβαίνει και με την ισοτιμία των πτυχίων, ανεξαρτήτως του που αποκτώνται το εάν η μια χώρα χορηγεί το βασικό πτυχίο στα τρία (Μ. Βρετανία) ή τα τέσσερα (ΗΠΑ) χρόνια επιλέγοντας πιο κλαδικά επικεντρωμένες σπουδές ή ένα πλαίσιο που δίνει βάση στην απόκτηση και ευρύτερων γνώσεων. Αλλά στην Ελλάδα επιμένουμε να παριστάνουμε ότι ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα.

Δεν θα μπω σε έναν άσκοπο και παρωχημένο διάλογο, που αριθμεί 30 χρόνια ιστορίας, για την υποκρισία να εμπιστεύεσαι την εκπαίδευση του νηπίου, του παιδιού και του εφήβου στον ιδιώτη αλλά να απαγορεύεις σε έναν ενήλικα να επιλέξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα αποκτήσει επαγγελματική εξειδίκευση. Γιατί η υποτίμηση των “κολεγίων” και των φοιτητών τους δεν γίνεται από αγαθές ενδιαφέρον για την εκπαιδευτική ποιότητα.

Άλλωστε είναι αναληθές ότι το επίπεδο των φοιτητών είναι χαμηλό. Το να μην πετυχαίνει κάποιος με την πρώτη την αρχική επιλογή του και να μην συμβιβάζεται με ανύπαρκτης υπόστασης ΤΕΙ ή την σπατάλη χρόνου και χρήματος για επανάληψη των πανελληνίων εξετάσεων ή ακόμη και τη μετανάστευση για απευθείας σπουδές στο εξωτερικό, είναι μια στρατηγική επιλογή κι όχι λύση ανάγκης. Εκτός αν θεωρούμε “ανίκανους” και όσους σπουδάζουν στην αλλοδαπή.

Επίσης υπάρχουν μεταπτυχιακά προγράμματα “κολεγίων”, αξιολογημένα πολύ ψηλά στις χώρες από τις οποίες προέρχονται, όπου συνυπάρχουν εξέχοντες πτυχιούχοι “κολεγίων” και δημοσίων πανεπιστημίων με τους πρώτους συχνά να αποδεικνύονται εξίσου, αν όχι, καλύτεροι. Θα πρότεινα στους αμφισβητίες να αναζητήσουν π.χ. ποιο υπήρξε, με βάση ανεξάρτητους φορείς αξιολόγησης, το κορυφαίο πρόγραμμα MBA που πέρασε από την Ελλάδα, ποιοι το παρακολούθησαν (μέχρι και πολιτικοί) και ποιοι αρίστευσαν.

Οι ίδιοι άνθρωποι που, συχνά δυσανασχετούν για την ανικανότητα της κρατικής μηχανής, που παθαίνουν αλλεργία με την αναποτελεσματική κρατική παρεμβατικότητα, ξεχνούν το φιλελεύθερο καπέλο τους, όταν πιστεύουν ότι απειλείται η λογική του έμμεσου κλεισίματος των επαγγελμάτων τους στον ανταγωνισμό. Στην ψηφιακή εποχή της ελεύθερης πρόσβασης στην πληροφορία και των εξ αποστάσεων πανεπιστημιακών προγραμμάτων από τα πλέον κορυφαία Πανεπιστήμια της υφηλίου, εδώ αναμασάμε κλειστοφοβική επιχειρηματολογία του περασμένου αιώνα.

Αναζητούμε τρόπους να περιορίσουμε τον αριθμό των πιστοποιημένων επαγγελματιών, λες και σε μια χώρα με υπερκορεσμό σε όλους τους εργασιακούς τομείς, η πλαστή στεγανοποίηση ενός τομέα βελτιώνει τις πιθανότητες επιτυχίες για τους ήδη χιλιάδες άνεργους πτυχιούχους. Η απάντηση στον εργασιακό παροπλισμό και την ετεροαπασχόληση δεν είναι η ψευδής αίσθηση συντεχνιακής προστασίας.

Όσο αναλωνόμαστε σε άτοπες αψιμαχίες και δεν προσανατολιζόμαστε προς τη ρίζα του προβλήματος που είναι το στρεβλό αναπτυξιακό μας μοντέλο και η έλλειψη προσαρμογής στις απαιτήσεις ενός κόσμου ο οποίος αλλάζει ταχύτατα και περνά σε μια νέα οικονομική και εργασιακή φάση που απαιτεί διαρκή επιμόρφωση, τόσο θα βυθιζόμαστε στη μιζέρια της αυτοαναφορικότητας μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.