Φιλελεύθερο Pass or not to Pass;
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Φυσικά και δεν είναι η πρώτη φορά που ανοίγει η συζήτηση για το πόσο συμβατή με τη φιλελεύθερη ιδεολογία είναι η επιδοματική πολιτική των διαφόρων Pass που έχουν προκύψει κατά καιρούς. Απλώς το νέο Fuel Pass ήρθε να μας υπενθυμίσει ότι το συγκεκριμένο δημόσιο νομικό εργαλείο κοινωνικής πολιτικής δεν αποτελεί, ούτε τώρα, μια πρόσκαιρη παρέμβαση απέναντι σε μια ανορθόδοξη συγκυρία αλλά μια συνειδητή επιλογή.
Ο οικονομικός φιλελευθερισμός δεν αρνείται τη ύπαρξη στιχευμένων επιδομάτων αλλά είναι πολύ προσεκτικός στα ποια, πότε και πώς τα αξιοποιεί, κυρίως ώστε μέσω αυτών όχι να επιδοτήσει στείρα την κατανάλωση αλλά να δημιουργήσει συνθήκες ουσιαστικής στήριξης της ανέχειας και της παραγωγικής διαδικασίας. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αυτή καθαυτή η ύπαρξη και χρήση των επιδομάτων αλλά το αν και πότε επιτελούν αυτό το σκοπό ή αν η όποια καλή πρόθεση ενίσχυσης των πιο αδύναμων καταλήγει μια άκριτη αναδιανομή είτε του παραγωγικού πλεονάσματος είτε της συνολικής υπερφορολόγησης.
Στην τωρινή φάση η “ενεργειακή επιταγή” ξεκινά από δύο βασικές στρεβλώσεις που συμπυκνώνονται σε μια φράση που ακούστηκε από τα πιο επίσημα χείλη. Ότι δηλαδή “είναι το ίδιο πράγμα να δοθούν 20 λεπτά ανά λίτρο στην αντλία και το ίδιο να μειωθεί ο οποιοσδήποτε φόρος”.
Αν αυτό το “αξίωμα” αρθρώνονταν από έναν ακραιφνή σοσιαλιστή, θιασώτη τών φόρων θα διέθετε μια κάποια συνειεια, αν και συνήθως κάποιος συνεπής σε αυτή την ιδεολογία θα πρόκρινε τους άμεσους φόρους επί του εισοδήματος αντί για τους πιο οριζόντιους κι άρα περισσότερο επιβαρυντικούς για τους πολλούς, έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ ή ο ειδικός φόρος κατανάλωσης.
Για έναν όμως φιλελεύθερο, όπως δήλωναν τουλάχιστον με επίταση οι σημερινοί κυβερνώντες πριν την εκλογή τους, που μάλιστα έχει επανειλημμένα κριτικάρει στο παρελθόν ως κρατιστές ακόμη κι εσωκομματικούς συναγωνιστές Για την πιο ανεπαίσθητη παρέκκλιση απο τον “ορθόδοξο φιλελεύθερο δρόμο” δίχως να δίδεται το ελάχιστο περιθώριο δικαιολόγησης με βάση τη στιγμή και τις συνθήκες, η συνεχής καταφυγή σε κάποιου είδους επιδόματα μοιάζει από παράταιρη έως υποκριτική. Κι αυτό για δύο λόγους, τις δύο στρεβλώσεις που αναφέρθηκαν και πιο πάνω.
Ο ένας λόγος είναι ότι προφανώς και υπάρχει δομική διαφορά στο αν τα 20 λεπτά προέρχονται από απευθείας επίδομα ή μείωση φόρων. Οι πόροι που στερούν οι φόροι από την παραγωγή και με τους πολλαπλασιαστές της αγοράς προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στην οικονομία, δεν αντισταθίζονται ακόμη και με την ισόποση μεταγενέστερη μεταφορά πόρων προς τους πολίτες.
Ο άλλος λόγος είναι ότι το περιθώριο για μείωση φόρων, ειδικά μνημονιακών που προέκυψαν υπό πολύ ειδικές και πιεστικής προϋποθέσεις, πλέον υπάρχει κι όντως η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε μειώσεις ή και κατάργηση κάποιων εξ αυτών. Έτσι κι ο ΦΠΑ θα μπορούσε να προσεγγίζει το 15%, όπως αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επιλέγουν και ο ΕΦΚ ειδικά στη βενζίνη, αφού στο πετρέλαιο κινούμαστε οριακά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, από τα 70 λεπτά μόνιμα πιο κοντά στα 35 λεπτά που είναι το ελάχιστο κοινοτικό πλαφόν.
Κεντρικό επιχείρημα για τη μη μείωση είναι η μη αυτούσια μεταφορά της όποιας μείωσης στον κατανάλωση. Κι αυτή είναι μια αλήθεια που οφείλουμε να παραδεχτούμε. Πρώτοι, απ’ όλους όμως οφείλουν να την παραδεχτούν και να την κατανοήσουν όσοι διαθέτουν την εξουσία να εξασκήσουν τη δυνατότητα της εποπτείας της αγοράς. Γιατί το κράτος διαθέτει δύο ισχυρά μέσα που μπορούν να αποτρέψουν αυτή την πιθανή στρέβλωση.
Το ένα είναι ότι νομοθετεί και με αυτή τη δύναμη είναι ικανό να οριοθετήσει τόσο τα όρια της ασυδοσίας όσο και το τρόπο τιμωρίας της ώστε να μην είναι πλέον ελκυστική.
Το δεύτερο είναι ότι κάθε υγιής φιλελεύθερη οικονομία στηρίζει την εύρυθμη λειτουργία της στον κεντρικό ρόλο της επιτροπής ανταγωνισμού που αποτελεί τον απαραίτητο διοικητικό βραχίονα για τη τήρηση της υγιούς ροής των αγορών. Βήματα προόδου έχουν υπάρξει σε αυτό το πεδίο αλλά η διεύρυνση της δυναμικής της οφείλει να γίνει βασική προτεραιότητα κι όχι συμπληρατική πρόβλεψη.
Μια τέτοια οικονομία που ορθώνεται μέσω της διαφύλαξης ανταγωνιστικότητας απέναντι στον κορπορατισμό, τα καρτέλ και τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό παρασιτισμό, θα έχει πολύ λιγότερη ανάγκη την χρήση των επιδομάτων και θα εμπιστεύεται πολύ περισσότερο την ίδια την παραγωγική μηχανή για να λύνει και κοινωνικά προβλήματα.

