Χίλιες καί μιά νύχτες

Γράφει ο Μπακίρα

Κείνο πού με τρώει, κείνο πού με σώζει,
Είναι π’ονειρεύομαι, σαν τον Καραγκιόζη!
\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`\`
Μιά φορά κι’έναν καιρό, ζούσε κάποιος σουλτάνος.
Τρισευτυχισμένος. Στην μορφή της σουλτάνας του, είχε βρεί επί γης
το ουρί τού παραδείσου πού τ’αναλογούσεν. Δεν ήταν μόνο πολύ
ωραία γυναίκα. Ηταν κι’ εξαιρετικός άνθρωπος. Τον φρόντιζεν, όπως
οφείλει να φροντίζη κάποιος το ταίρι του ή κάποια το ταίρι της.

Ομως ο πικροχάροντας ζήλεψε την ευτυχία του. Καί τού την πήρε.
Ο σουλτάνος τρελλάθηκεν από τον πόνο του. Γιά να βαλσαμώση τον
πληγή της ψυχής του, πέρναγε κάθε βράδυ με διαφορετική κοπέλα. Την
οποία θανάτωνε το πρωί. Αυτό το τελευταίο δεν το πιστεύω βέβαια.
Κάπως αλλιώς πρέπει να γίνονταν τα πράγματα.

Θυμάσαι τον μύθο τού Μινώραυρου; Κάθε χρόνο, ο Μινώταυρος
έπρεπε να φάη επτά αγόρια καί επτά κορίτσια από την Αθήνα. Μόνο πού
Μινώταυρος δεν υπήρξε στ’ αλήθεια. Αυτά τ’αγόρια καί αυτά τα
κορίτσια ήταν προφανώς ο φόρος υποτέλειας πού η Αθήνα χρωστούσε
στον παντοδύναμο θαλασσοκράτορα βασιλιά της Κρήτης. Θα περνούσαν
την υπόλοιπη ζωή τους σκλάβοι στο παλάτι τού θαλασσοκράτορα
βασιλιά. Οι οικογένειες τους δεν θα τα ξανάβλεπαν. Οπότε, γιά τις
οικογένειες τους ήταν νεκρά.

Ετσι κι’εδώ.
Γιά ένα βράδυ στο κρεββάτι τού σουλτάνου, θα περνούσαν την
υπολοιπη ζωή τους κλεισμένες στο χαρέμι τού σουλτάνου. Ούτε καν
σαν γκόμενες ή παλλακίδες. Σαν υπηρέτριες καί δουλικά. Το
κρεββάτι τού σουλτάνου θα το ξανάβλεπαν τα πρωινά μόνο γιά να το
στρώσουν, ύστερ’ απ’ο τα βράδυα τού σουλτάνου με άλλες.

Κάποια φορά, ο σουλτάνος είδε την πεντάμορφη Σεχραζάτ. Κι’είπε
την μεγάλη κουβέντα: αυτήν θέλω απόψε!

Εδώ έχω ένα πρόβλημα. Καί θα το μοιρασθώ μαζύ σου. Δεν ξέρω αν η
Σεχαραζάτ φορούσε τσαντόρ. Ομως, σαν μουσουλμάνα, φορούσε σίγουρα
μαντήλα, φερεντζέ καί κελεμπία. Τότε, πώς μπόρεσεν ο σουλτάνος να
δή την ομορφιά της; Να πιθανολογήσω μιάν εξήγηση.
Δυό βιβλία έχω διαβάσει γιά το χαρέμι τού σουλτάνου στο σαράι
τού Τοπ Καπί. Ενα από τουρκάλα συγγραφέα κι’ ένα από ρημηά. Το
δεύτερο μού φάνηκε πιό σκληρό αλλά καί πιό ρεαλιστικό.

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, το λουτρό, το ομαδικό λουτρό βεβαίως,
λειτουργούσε γιά τις γυναίκες τού χαρεμιού σαν καφενείο. Σαν
καφενείο γυναικών. Αναφέρονται δύο εκδοχές. Στην πρώτη η βαλιντέ
σουλτάνα, η μητέρα τού σουλτάνου δηλαδή, έβλεπε τις γυναίκες τού
χαρεμιού γυμνές στο λουτρό. Διάλεγε λοιπόν αυτή, ποιά θα στείλη
στο κρεββάτι τού κανακάρη της το βράδυ. Την άλλη θα την πω
θαλασσινά, σαν θαλασσινός πού είμαι: ο σουλτάνος έκανε μπανιστήρι!

Από κάποιο κρυφό δωμάτιο έβλεπε τις γυναίκες τού χαρεμιού του
γυμνές χωρίς να τον βλέπουν αυτές. Καί διάλεγε ποιά θέλει γιά το
βράδυ. Τέλος πάντων, κάπως ξετρελλάθηκεν ο σουλτάνος με την ομορφιά
της Σεχραζάτ.

Ελα τώρα πού η Σεχραζάτ ήταν κόρη τού μεγάλου βεζύρη; Τού
πρωθυπουργού σαν να λέμε; Ξέρομε πως ουκ ολίγοι μεγάλοι βεζύρηδες
τελείωσαν την ζωή τους στραγγαλισμένοι με φρικτό τρόπο, από κάποιο
καπρίτσιο τού σουλτάνου. Το πατρικό φίλτρο από την άλλη μεριά…

Την λύση πρέπει να την έδωσεν η ίδια η Σεχραζάτ. Σαν να την
βλέπω, σαν να την ακούω. Ωχ καημένε μπαμπά, πώς κάνεις έτσι; Είμαι
μεγάλο κορίτσι. Ξέρω να προστατεύω τον εαυτό μου. Εχε μου
εμπιστοσύνη γεια…

Πρώτο βράδυ λοιπόν της Σεχραζάτ στον οντά τού σουλτάνου. Χάριν
μυθοπλασίας θα υποθέσω ότι ο σουλτάνος έχει πλαγιάσει ήδη καί την
περιμένει. Ομως η πανέξυπνη Σεχραζάτ δεν τού κάνει το χατήρι.

Κάθεται τρυφερά στο προσκεφάλι του. Καί ξεκινά να τού αφηγείται
μία συναρπαστικήν ιστορία. Δεν παραλείπει να τεντώση την αφήγηση
της μπαίνοντας σε κάθε γαργαλιστική λεπτομέρεια. Ο σουλτάνος
κουράστηκε. Γλάρωσε. Ομως η Σεχραζάτ δεν τού κάνει το χατήρι. Είναι
πιό έξυπνη απ’ αυτόν. Η ιστορία της δεν τελειώνει. Μέσ’από το τέλος
της γεννιέται μιά καινούργια. Ο σουλτάνος δεν τα καταφέρνει. Τον
παίρνει ο ύπνος. Το πρωί ξυπνά γλυκά. Είναι πολύ περίεργος, πώς
τελειώνει η ιστορία; Ομως η πανέξυπνη Σεχραζάτ δεν το βάζει κάτω.
Επαναλαμβάνει την τεχνική της. Επανάληψη στην επανάληψη περνούν
χίλιες καί μιά νύκτες. Υστερ’ από χίλιες καί μιά νύκτες, βρέθηκε
το βάλσαμο γιά την καρδιά τού σουλτάνου. Ο πόνος του έγειανε.

Παντρέυτηκε την πεντάμορφη καί πανέξυπνη Σεχραζάτ. Καί ζήσανε
αυτοί καλά κι’ εμείς καλύτερα.

Η αλληγορία της Σεχραζάτ είναι ΣΥ-ΓΚΛΟ-ΝΙ-ΣΤΙ-ΚΗ.
Ο Καραγκιόζης καί η Σεχραζάτ είναι η αρσενική καί θηλυκή
εκδοχή τού ιδίου ανθρωπίνου δράματος. Αυτού της επιβιώσεως καί
λειτουργίας σ’ έναν κόσμο υψηλής ρευστότητος, αβεβαιότητος,
αστάθειας…Τα καπρίτσια τού σουλτάνου συμβολίζουν την απόλυτην
εξάρτηση από το τυχαίο. Δεν έχει νόημα να μιλήσης στην Σεχραζάτ
γιά νοικοκυριό, τάξη, σχεδιασμό, πρόγραμμα…Πολλές άγνωστες λέξεις
της βάζεις. Δεν υπάρχει χώρος γιά τέτοιες λέξεις στον κόσμο της. Ο
κόσμος της είναι πολύ εφήμερος: Ποιά καινούργια πονηριά θα
σκαρφισθή απόψε γιά να μείνη ζωντανή τό πρωί. Γιά αύριο βράδυ τώρα,
Inch Allah! Κάτι θα δώση ο Μεγαλοδύναμος Αλλάχ!

Ομως η Σεχραζάτ κατφέρνει να κάνη την υπέρβαση. Από σεξουαλικό
αναλώσιμο, σφάγιο θυσίας, νομιμοποιείται ως σουλτάνα. Αλλά της πήρε
καί χίλιες καί μιά νύκτες γιά να το καταφέρη. Δηλαδή, κάτι παραπάνω
από πολύ σε κόπο, χρόνο, προσπάθεια.

Γιατί ειδικά χίλιες καί μία; Σκέψου πότε πλάσθηκεν ο μύθος. Σε
εποχές πού οι άνθρωποι ζούσαν σε ομάδες σχετικώς ολιγομελείς, ως
επί το πολύ. Σε χωριά φερ’ ειπείν. Η σε γειτονιές πόλεων μάλλον
ολιγοπληθείς καί με περιορισμένη δυνατότητα επικοινωνίας της μιάς
γειτονιάς με την άλλη. Περιορισμένη, τουλάχιστον με τα σημερινά
μέτρα. Προφανώς χίλια, ήταν το πρώτο νούμερο πού τούς ερχόταν
στο μυαλό όταν ήθελαν να μορφοποιήσουν το <<πολύ>>. Τότε, χίλιες
καί μία σημαίνει αλληγορικά κάτι παραπάνω από πολύ. Προφανώς κάτι
παραπάνω από πολύ χρειάζεται γιά να συντελεσθή υπέρβαση. Σε κόπο,
χρόνο, προσπάθεια…

Προτείνω να κλείσωμε με καραγκιόζη, όπως ξεκινήσαμε.

Μεσ’ από την κάλπη, την εκλογική,
μας κοιτάζει ο Χάρος καί τού τρέχουνε τα σάλια.

Κι’ αν δεν ντρέπεσαι, να καθίσης πίσω,
έλα Ηπείρου κι Αχαρνών, να σε γιουχαίσω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.