«Επαγγελματίες ανησυχούντες» ή Ηγέτες με Εθνική Συνείδηση;
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πολιτική συζήτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο «Greece Talks» τον Νοέμβριο του 2025, πλαισιωμένη από τον Γιάννη Μπέζο και τον Αντώνη Σρόιτερ, δεν ήταν απλώς μια δημόσια εμφάνιση, αλλά μια προσεκτικά σχεδιασμένη επιχείρηση προβολής ενός συγκεκριμένου ηγετικού προτύπου. Ο Πρωθυπουργός επεδίωξε να αναδειχθεί ως ο απόλυτος συνδυασμός πολιτικού και τεχνοκράτη, προτάσσοντας ένα «συμβόλαιο τετραετίας» ως τη μόνη ορθολογική βάση σχέσης με τον λαό. Ωστόσο, η ίδια η σκηνοθεσία της εκδήλωσης, όπου οι συνομιλητές περιορίστηκαν σε ρόλο διακοσμητικό, αδυνατώντας να αρθρώσουν έναν ουσιαστικό αντίλογο ή να θέσουν πιεστικά ερωτήματα, άνοιξε αναπόφευκτα το μεγάλο ερώτημα για το τι σημαίνει πραγματικά επαγγελματισμός στην πολιτική. Διότι ο επαγγελματισμός δεν είναι ένας τίτλος που απονέμεται αυτοβούλως από τον ίδιο τον πολιτικό στον εαυτό του, ούτε μια επικοινωνιακή ετικέτα, αλλά μια στάση ζωής που αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από τις πράξεις, τη θεσμική συνέπεια και, κυρίως, τη λογοδοσία.
Αυτή η έννοια της λογοδοσίας αποκτά υπαρξιακή σημασία για τη δημοκρατία, ιδιαίτερα όταν το πολιτικό περιβάλλον εμφανίζεται επιβαρυμένο από σκιές σκανδάλων, υπόνοιες διαφθοράς και μια διάχυτη αίσθηση παρεμβάσεων στο έργο της Δικαιοσύνης, περισσότερο από ποτέ κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης. Σε μια τέτοια συγκυρία, η διαρκής επίκληση του επαγγελματισμού από την πλευρά της εξουσίας μοιάζει περισσότερο με ρητορική άμυνα παρά με ουσιαστική περιγραφή της διακυβέρνησης. Η πολιτική, στην αυθεντική της μορφή, δεν μπορεί να νοηθεί ως η τεχνική διαχείριση ενός «κράτους-εταιρείας» ούτε ως η ιδιοκτησία της εξουσίας από μια πεφωτισμένη ελίτ. Αντίθετα, είναι μια βαριά ευθύνη απέναντι στους θεσμούς, την ιστορία και την κοινωνική συνοχή. Όταν αυτά τα στοιχεία παραμερίζονται χάριν μιας στείρας αποτελεσματικότητας, τότε ο επαγγελματισμός αλλοιώνεται και μετατρέπεται σε ένα εργαλείο αυτονομιμοποίησης που αποκόπτει την κυβέρνηση από τον σφυγμό της κοινωνίας.
Η διάσταση αυτή έγινε ακόμη πιο ορατή στην αντιπαράθεση που ξέσπασε με τον Αντώνη Σαμαρά σχετικά με τη συμφωνία με τη Chevron, μια σύγκρουση που ξεπέρασε τα όρια μιας εσωκομματικής διαφωνίας και έλαβε διαστάσεις ιδεολογικής σύγκρουσης. Ο Πρωθυπουργός, υπερασπιζόμενος τη συμφωνία ως «εθνική επιτυχία», επέλεξε να επιτεθεί με μια αιχμηρή ειρωνεία, κάνοντας λόγο για «επαγγελματίες ανησυχούντες». Η φράση αυτή, που φωτογράφιζε ευθέως τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή, δεν ήταν απλώς μια λεκτική αιχμή, αλλά μια προσπάθεια πλήρους απαξίωσης της ιστορικής και πατριωτικής αγωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, η απάντηση Μητσοτάκη απέφυγε να αγγίξει την ουσία της κριτικής, τον φόβο δηλαδή ότι η χώρα μπορεί να εκχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα στο όνομα μιας αμφίβολης ενεργειακής προοπτικής, και επικεντρώθηκε στην ηθική και πολιτική απομείωση των συνομιλητών του.
Η ταμπέλα του «επαγγελματία ανησυχούντος» χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πειθάρχησης, υποδηλώνοντας ότι η ανησυχία για το μέλλον της πατρίδας δεν είναι προϊόν συνείδησης, αλλά μια ιδιοτελής ή εμμονική ενασχόληση που εμποδίζει την «πρόοδο». Αυτή η τακτική επιβολής μιας «υποχρεωτικής ηρεμίας» αποκτά σχεδόν καθεστωτικά χαρακτηριστικά, θυμίζοντας την περιβόητη δήλωση του πρώην υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Νίκου Τόσκα, ο οποίος είχε καλέσει τους πολίτες να «κάνουν πως κοιμούνται» αν μπουν ληστές στο σπίτι τους. Στην περίπτωση της κυβερνητικής γραμμής Μητσοτάκη, το φαινόμενο είναι ακόμη πιο ανησυχητικό, καθώς δεν πρόκειται για μια απλή συμβουλή που φανερώνει την αδυναμία του κράτους, αλλά για μια επιβολή καθεστώτος που υπαγορεύει πότε επιτρέπεται και πότε απαγορεύεται να ανησυχούμε. Το μήνυμα είναι σαφές, όταν ακόμα κι αν κάποιοι διεκδικούν το Αιγαίο ή την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, η επίσημη γραμμή είναι ο εφησυχασμός. Έτσι, ο πολίτης καλείται να «κάνει πως κοιμάται» μπροστά στις εθνικές προκλήσεις, παραδίδοντας τη συνείδηση του στις υποδείξεις μιας κυβέρνησης που βαφτίζει την εγρήγορση ως «επαγγελματική ανησυχία».
Αυτή η μετατόπιση προς έναν ψυχρό ορθολογισμό εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αποδόμησης των θεμελιωδών πυλώνων της ελληνικής ταυτότητας. Η Παιδεία, η Δικαιοσύνη, η Οικογένεια, η Γλώσσα και η Ελληνορθόδοξη Παράδοση αντιμετωπίζουν συχνά τη χλεύη ή την αδιαφορία ενός συστήματος που τις θεωρεί αναχρονιστικά βαρίδια. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία είναι οι ρίζες που κράτησαν το έθνος όρθιο. Όταν αυτές οι ρίζες κόβονται συστηματικά στο όνομα μιας παγκοσμιοποιημένης κανονικότητας, το δέντρο της κοινωνίας δεν ανανεώνεται, αλλά οδηγείται στην κατάρρευση. Σε αυτό το τοπίο, η στάση του Αντώνη Σαμαρά αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα, υπενθυμίζοντας ότι η πολιτική διαθέτει μια αδιαπραγμάτευτη ηθική διάσταση. Η προσέγγιση του, που συνδυάζει το χριστιανικό «Μή νικώ υπό του κακού, αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» με το αρχαιοελληνικό «αδεώς και γενναίως», συγκροτεί μια πολιτική πρόταση που δεν φοβάται τη σύγκρουση όταν διακυβεύεται το εθνικό συμφέρον.
Συμπερασματικά, η προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να υποβιβάσει την ιστορική ευθύνη των Σαμαρά και Καραμανλή στο επίπεδο της «επαγγελματικής ανησυχίας» αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο ενός ιδιότυπου καθεστωτισμού. Όταν η εθνική αγωνία λοιδορείται ως επάγγελμα και η θεσμική εγρήγορση βαφτίζεται εμμονή, τότε η πολιτική παύει να είναι αρετή και μετατρέπεται σε κυνική διαχείριση. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από έναν «επαγγελματισμό» που επιβάλλει τον ύπνο της συνείδησης μπροστά στις εθνικές υποχωρήσεις, αλλά από ηγέτες που ανησυχούν επειδή πονούν τον τόπο. Το ερώτημα που μένει μετέωρο δεν είναι αν ο Πρωθυπουργός είναι επαρκής διαχειριστής, αλλά αν η χώρα μπορεί να αντέξει μια ηγεσία που θεωρεί την πατριωτική ευθύνη ως ενοχλητικό ερασιτεχνισμό. Η ιστορία, άλλωστε, δεν γράφεται από εκείνους που έκαναν πως κοιμούνται, αλλά από εκείνους που λειτούργησαν αδεώς και γενναίως, αρνούμενοι να παραδώσουν τα κλειδιά της χώρας σε μια σιωπηρή, «επαγγελματική» συναίνεση.

