Στάχτη για τους πολλούς, γλέντια για τους λίγους

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Ενώ η Χαλκιδική καίγεται απ’ άκρη σε άκρη, με τον κόσμο στη Σίβηρη να τρέχει πανικόβλητος στη θάλασσα για να γλιτώσει από τις φλόγες, η ηγεσία αυτού του τόπου φαίνεται πως ζει στο δικό της παράλληλο σύμπαν. Σε έναν κόσμο που κυβερνιέται με τη λογική «όπου φυσάει ο άνεμος», αρκεί φυσικά ο άνεμος να είναι ευνοϊκός για την ελίτ. Και κάπως έτσι, μαθαίνουμε ξαφνικά ότι ο Πρωθυπουργός, ανάμεσα σε ένα τηλεφώνημα για περαστικά λόγω ενός ατυχήματος με το ποδήλατο, βρήκε την ευκαιρία να κλείσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη για να στεφανώσει τον γιο του του χρόνου το φθινόπωρο. Αυτό δεν είναι απλώς μια παραπολιτική είδηση για να περνάει η ώρα, είναι η απόλυτη εικόνα μιας εξουσίας που βρίσκεται σε πλήρη αποσύνδεση από την πραγματικότητα.

Είναι πραγματικά να απορεί κανείς με το διπλό μέτρο και σταθμό. Όταν ο άνεμος καίει τα σπίτια και τα δάση μας, η απάντηση του κράτους είναι πάντα η ίδια, «τι να κάνουμε, φταίει η μανία της φύσης, τρέξτε να σωθείτε». Για τον απλό κόσμο, η προστασία της ζωής και του βίου του αφήνεται στην τύχη, στην ατομική ευθύνη και στην ηρωική προσπάθεια των πυροσβεστών και των εθελοντών που παλεύουν με νύχια και με δόντια. Για την πολιτική δυναστεία όμως, ο χρόνος δεν σταματά ποτέ. Ανάμεσα σε βόλτες, διακοπές και «εθιμοτυπικές» επαφές, το μόνο που φαίνεται να προέχει είναι ο προγραμματισμός των λαμπρών κοινωνικών εκδηλώσεων της οικογένειας, επιστρατεύοντας μέχρι και την εκκλησιαστική ηγεσία για ντεκόρ.

Όταν βλέπεις ανώτατους θεσμούς να αντιμετωπίζονται σαν προσωπικοί κουμπάροι της εκάστοτε ηγετικής ομάδας, καταλαβαίνεις πως το κράτος δεν αντιμετωπίζεται πια ως λειτουργός του πολίτη, αλλά ως προσωπικό τιμάριο, ως ένα κλειστό μαγαζί που προσφέρει ασυλία στους ιδιοκτήτες του. Την ώρα που ο κόσμος αγωνιά για το αν θα έχει σπίτι να γυρίσει το βράδυ, η επιδεικτική άνεση της πολιτικής μας ελίτ δεν είναι απλώς άστοχη, είναι ευθεία πρόκληση. Δείχνει πως η διακυβέρνηση έχει καταντήσει μια υπόθεση περιφρούρησης των προνομίων μιας κλειστής κάστας, που έχει καταφέρει να οχυρωθεί πίσω από τα τείχη της, αδιαφορώντας πλήρως για τη συλλογική απόγνωση.

Αυτή η νοοτροπία δεν γεννήθηκε χθες, αλλά έχει γίνει πια η επίσημη κουλτούρα της εξουσίας. Μια εξουσία που θεωρεί ότι η χώρα της ανήκει δικαιωματικά και πως οι κρίσεις είναι απλώς ενοχλητικές διακοπές στο δικό της επικοινωνιακό πρόγραμμα. Η κοινωνική οργή αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακά τεχνάσματα και υποσχέσεις για το μέλλον, την ίδια στιγμή που το παρόν γίνεται στάχτη. Οι πολίτες καλούνται να συνηθίσουν την απώλεια ως μια νέα κανονικότητα, ενώ η ελίτ επιβεβαιώνει καθημερινά ότι οι δικοί της κανόνες είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους που ισχύουν για την υπόλοιπη κοινωνία.

Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει είναι η πικρή αλήθεια ενός συστήματος φτιαγμένου στα μέτρα των λίγων. Όσο οι πολίτες θα μετρούν στάχτες, καμένες περιουσίες και κατεστραμμένα δάση για ένα ακόμα καλοκαίρι, η ολιγαρχία θα συνεχίζει να κανονίζει τις δεξιώσεις της, κοιτάζοντας τον καιρό μόνο για να βεβαιωθεί ότι ο αέρας δεν θα της χαλάσει τα γλέντια. Και αυτό είναι, τελικά, το πιο επικίνδυνο, η πλήρης, δηλαδή, εμπέδωση ότι για τους πολίτες υπάρχει μόνο η ατομική ευθύνη της επιβίωσης, ενώ για την ελίτ η απόλυτη εγγύηση της καλοπέρασης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.