Το όραμα του 2030
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Η έννοια όραμα έχει κατακρεουργηθεί ουκ ολίγες φορές. Πάμπολλες οι μεγαλεπήβολες εξαγγελίες για οικονομικές και κοινωνικές τομές, που είτε έμεναν ανεφάρμοστες είτε πσραραπέμπονταν στις καλένδες μελλοντικών σχεδιασμών. Η δημοσιονομική σταθεροποίηση δημιούργησε μια βάση πάνω στην οποία μπορούμε να κτίσουμε ξανά πάνω σε πιο στέρεεο έδαφος το όραμα των ερχόμεμων ετών.
Κάθε νέο όραμα για να είναι εφαρμόσιμο οφείλει να στηρίζεται σε βασικές παραδοχές για τις μελλοντικές εξελίξεις πάνω στις οποίες οργανώνονται και εκτελούνται βασικές οικονομικές, κοινωνικές και διπλωματικές αρχές.
Ο κόσμος ταλανίζεται ακόμη από πολέμους που δημιουργούν ενεργειακή και εφοδιαστική αστάθεια. Η εμπορική και νομισματική σύγκρουση αλλάζει τις παραγωγικές κι επενδυτικές συνθήκες. Ο πλανήτης βιώνει κλιματικές καταστάσεις που επιδεινώνουν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει αποφασιστικά τον εργασιακό τομέα και όχι μόνο.
Όλα αυτά τα δεδομένα φέρνουν δυνητικούς κινδύνους αλλά και μεγάλες προκλήσεις, κι όποιος τις αξιοποιήσει εγκαίρως έχοντας προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των καιρών θα αποκομίσει και τα σημαντικότερα κέρδη.
Ενα από τα σημαντικότερα βήματα είναι η δημιουργία των κατάλληλων υποδομών ώστε να είναι δυνατή η χρήση των πιο σύγχρονων εργαλείων. Υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων, σταθμοί προσαιγιάλωσης, κέντρα δεδομένων και υπερυπολογιστές, προηγμένοι ημιαγωγοί, αυξημένες ενεργειακές ανάγκες. Όλα αυτά χρειάζονται γρήγορες κι εύστοχες επιλογές αναβάθμισης των υποδομών κι η Ελλάδα δείχνει να κινείται δυναμικά προς αυτόν τον τομέα, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να θωρακίζεται θεσμικά το σύστημα από τις υπερβολές και την παραπλάνηση των σύγχρονων τεχνολογιών αλλά κι από τις πολιτικές αυθαιρεσίες.
Όμως μόνο οι σχεδιασμοί δεν αρκούν. Η πραγματοποίηση κάποιων εξ αυτών των υποδομών περνούν μέσα από τη γεωπολιτική ηρεμία και δυστυχώς τα φαινομενικά και πρόσκαιρα ατάραχα νερά στηρίζονται περισσότερο στις εκάστοτε προθέσεις της Τουρκίας να πετύχει ευρύτερους στόχους, όπως πχ η εκταμίευση ενισχύσεων από την Ε.Ε. ή η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Όταν όλες οι υπόλοιπες στιγμές κινούνται με φόντο τον μεγαλοϊδεατισμό της Γαλάζιας Πατρίδας, τίποτε δεν εξασφαλίζει την αναγκαία ασφάλεια στην περιοχή ώστε να προχωρήσουν τα προαναφερόμενα έργα.
Αντίστοιχα στον τομέα της ενέργειας, έγραφα από το 2010 η υπερεπένδυση στην ταχύτατη πράσινη μετάβαση, για μικρές οικονομίες με τα δικά μας χαρακτηριστικά, δεν είναι βιώσιμη επιλογή, ειδικά όταν αυτή στηρίζεται σε παχυλές επιδοτήσεις. Οι ΑΠΕ δεν μπορούν πρακτικά, λόγω παραγωγικής ροής και δυσκολιών στην αποθήκευση, να αποτελέσουν τη μοναδική ενεργειακή λύση κι όσο κι αν η απεξάρτηση από παλιότερες και κοστοβόρες μορφές ενέργειας είναι θεμιτή, η υπερβολή στη διαδικασία μετάβασης μάλλον καθυστερεί πάρα σπρώχνει προς τα μπρος την οικονομία.
Στον εμπορικό τομέα ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας αφήνει την Ε.Ε. να ψάχνει διακριτή θέση στον παραγωγικό χάρτη. Με το διεθνές δημόσιο χρέος και το κόστος εξυπηρέτησης του να εκτοξεύεται, και τη νομισματική μάχη να περνά στο χώρο των ψηφιακών νομισμάτων και των stablecoins των ιδιωτικών αμερικανικών κολοσσών, η Ελλάδα κινδυνεύει να παρασυρθεί σε έναν τυφώνα που δεν μπορεί να ελέγξει την ένταση του.
Κι αν θέλει να βγει σώα και αβλαβής από αυτόν οφείλει να κινείται με συγκεκριμένο, εξωστρεφές παραγωγικό σχέδιο που ευνοεί τις αποδοτικές επενδύσεις και δεν περιορίζεται στην τυπική διαχείριση μονοπωλιακών καταστάσεων. Η κρατική μέριμνα, κανονιστική, φορολογική και ενισχυτική δεν νοείται να μην έχει ως κύρια στόχευση τη μικρομεσαία επιχείρηση και να στοχεύει στην άμβλυνση των ανισοτήτων κι όχι την άκριτη επιδομστική πολιτική.
Πολλά ακόμη θα μπορούσαν σχετικά με ένα πλήρες όραμα για την επόμενη δεκαετία. Αν κάτι είναι απαραίτητο να κρατήσουμε, πρόκειται για το πώς μια αρχική ιδέα εύκολα μετατρέπεται σε θαύμα αλλά και σε καταστροφή. Και το όραμα για το 2030 για να μετασχηματιστεί από μια νοητική σύλληψη σε κάτι απτό, είναι υποχρεωτικό να μην ξεχνάμε ότι θα δομηθεί μέσα από το σύμπλεγμα μιας στιβαρής διπλωματικής διεκδίκησης, μιας θεσμικής κατοχύρωσης και μιας αναδόμησης των υποδομών και του παραγωγικού ιστού.

