Είναι λύση η διδασκαλία της καθαρεύουσας;

Η διδασκαλία της καθαρεύουσας καταργήθηκε το 1976, και ακολούθησε, ως φυσική συνέπεια, η επιβολή του μονοτονικού.

Συζητώντας τις προάλλες με φίλους, διόλου προκατειλημμένους, για τη διδασκαλία των ελληνικών στην εκπαίδευση, διαπίστωσα για μία ακόμη φορά πως η λεγόμενη «καθαρεύουσα» εξακολουθεί να είναι ταμπού. Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω τι εννοώ «καθαρεύουσα». Δεν αναφέρομαι στον Μιστριώτη, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Αναφέρομαι στα λόγια ελληνικά, την ελληνική γλώσσα που μιλούσε, και εξακολουθεί να μιλάει ακόμη και σήμερα, η επιστήμη και η θεωρητική σκέψη. Κυρίως όμως στη γλώσσα που δημιούργησε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, οργανωτή της εθνικής μας συνείδησης, έως τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, ακόμη και τον Εμπειρίκο. Αυτός μας έμαθε ότι αυτή η γλώσσα λειτουργεί ακόμη κι όταν δοκιμάζεται στις πιο ακραίες εκδοχές της σύγχρονης εποχής, όπως ήταν ο υπερρεαλισμός του καιρού του.

Η διδασκαλία της καθαρεύουσας καταργήθηκε το 1976, αν δεν κάνω λάθος, από τον Γεώργιο Ράλλη, έναν, κατά τα λοιπά πεφωτισμένο πολιτικό. Ακολούθησε, ως φυσική συνέπεια, η επιβολή του μονοτονικού, ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε το ΠΑΣΟΚ. Κοινώς, τα δύο μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης ομονόησαν στην αντιμετώπιση της μνήμης της ελληνικής γλώσσας.

Θεωρώ ότι η σημαντικότερη από τις δύο «μεταρρυθμίσεις» ήταν η κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρεύουσας, κοινώς της λόγιας καθομιλουμένης. Κατάργηση του απαρεμφάτου.
Τι σημαίνει αυτό;
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί γράφει ότι το απαρέμφατο επέτρεψε στους Ελληνες να δημιουργήσουν αφηρημένη σκέψη, να περάσουν από την «πράξη» στο «πράττειν». Κι ας πούμε ότι αυτά είναι αρχαία πράγματα. Γιατί τα γαλλικά ή τα ιταλικά κρατούν το απαρέμφατο ενώ τα ελληνικά, εξαιτίας μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, το κατήργησαν;
Τι κερδίσαμε;
Και τι κερδίσαμε από τον περιορισμό της σημασίας των μετοχών ή την κατάργηση της τρίτης κλίσεως; Πόσους ξενίζει σήμερα η διατύπωση της «διεθνής κατάστασης» στις ειδήσεις;

Και πάμε παρακάτω.
Στην καταραμένη «καθαρεύουσα» έχει γραφεί το σημαντικότερο μέρος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Στην καθαρεύουσα, κοινώς τη λόγια ελληνική, έχει μεταφρασθεί και το σημαντικότερο μέρος της ξένης λογοτεχνίας στα ελληνικά. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη μου επαφή με τον Ιούλιο Βερν.

Η κατάργηση διδασκαλίας της λόγιας ελληνικής γλώσσας, της επονομαζομένης καθαρεύουσας στην προοδευτική διάλεκτο, έχει αποκλείσει τις νεότερες γενιές των ελληνόπουλων από τα επιτεύγματα της γλώσσας τους. Και δεν μιλάω για τα αιώνια ελληνικά.
Μιλάω για τα ελληνικά στα οποία έγραφαν ο Ραγκαβής, ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης ή ο Κάλβος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: η ελληνική ιστορία διδάσκεται στα σχολεία βάσει του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Νέα. Ομως τη θέση της μεγαλειώδους γραφής του εθνικού μας ιστορικού την έχουν καταλάβει διάφορα αδιάφορα κατασκευάσματα εκπαιδευτικών.

Για το τέλος άφησα τη σύνδεση της λόγιας ελληνικής με την προαιώνια παράδοσή της. Είναι μια δίοδος εξοικείωσης με τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, την ελληνιστική κοινή και μέσω αυτής με τον Ξενοφώντα και την κλασική εποχή. Κοινώς, μια δίοδος που οδηγεί το ελληνόπουλο, χτυπημένο από την κυριαρχία της αγγλικής, στο εκφραστικό βάθος του σπηλαίου της γλώσσας του.

Η μόνη σοβαρή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί παρά να είναι η επαναφορά της λόγιας ελληνικής στη μέση εκπαίδευση. Και σε πείσμα των αφελών του μονοτονικού, η επαναφορά των πνευμάτων και της περισπωμένης. Κοινώς, η αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης μιας γλώσσας που έζησε για 3.000 χρόνια, άφησε τόσα και τέτοια μνημεία, και τώρα κάποιοι θέλουν να την απομειώσουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Ουτοπική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Το πρόβλημα δεν είναι οι μαθητές. Το πρόβλημα είναι οι δάσκαλοι. Πόσοι απ’ αυτούς μπορούν να διδάξουν Παπαρρηγόπουλο στο πρωτότυπο; Φοβάμαι ελάχιστοι.

Για να λέμε πάντως τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε όλοι καθαρεύουσα, όπως οι μορφωμένοι πατεράδες μας ή οι παππούδες μας. Υποστηρίζω, όμως, ότι η διδασκαλία της καθαρεύουσας, ή λόγιας ελληνικής, είναι απαραίτητη για τη μέση εκπαίδευση. Είναι ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί ο σεβασμός απέναντι στην ελληνική των νεότερων γενιών που μεγαλώνουν μαθαίνοντας να την περιφρονούν. Ισως σταματήσουν να την περιφρονούν αν έρθουν σε επαφή με τα επιτεύγματά της.

Το πρόβλημα δεν είναι οι μαθητές. Το πρόβλημα είναι οι δάσκαλοι.

neolaia

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.