Δεν φταίνε οι πρώην φταίει η πραγματικότητα
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Υπάρχει ένα όριο ανάμεσα στην πολιτική και στην πολιτική γελοιογραφία. Και το Μέγαρο Μαξίμου, με τη γραμμή που διοχετεύει το τελευταίο διάστημα, δείχνει να το έχει ξεπεράσει με αξιοσημείωτη ευκολία.
Διότι τι παρακολουθούμε; Μια κυβέρνηση που, αντί να απολογείται για τα δικά της πεπραγμένα, επιλέγει να «πετάει καρφιά» προς δύο πρώην πρωθυπουργούς της ίδιας της παράταξης, τον Κώστα Καραμανλή και τον Αντώνη Σαμαρά, λες και το πρόβλημα της χώρας είναι αυτοί και όχι η ίδια η διακυβέρνηση της.
Και μάλιστα με ποιον τρόπο; Με μισόλογα, με υπαινιγμούς, με εκείνη τη βολική «γενναιότητα» που εξαντλείται σε διαρροές και τηλεοπτικές ατάκες. Θέλουν να συγκρουστούν, αλλά χωρίς να συγκρουστούν. Να πλήξουν, αλλά χωρίς να εκτεθούν. Να εμφανιστούν ισχυροί, ενώ στην πραγματικότητα φοβούνται ακόμη και τον ίσκιο της ίδιας τους της παράταξης.
Σε αυτό το θέατρο σκιών, πρωταγωνιστεί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος με περισσή αυτοπεποίθηση μάς ενημερώνει ότι «η ιστορία θα κρίνει». Λες και η ιστορία τελεί υπό την αιγίδα του γραφείου Τύπου. Λες και η πραγματικότητα παγώνει μέχρι να εκδοθεί η επόμενη ανακοίνωση. Μόνο που η πραγματικότητα δεν περιμένει. Και είναι πολύ πιο σκληρή από τα δελτία Τύπου.
Γιατί σήμερα δεν ζούμε απλώς μια κυβέρνηση που αποφεύγει τη λογοδοσία. Ζούμε μια κυβέρνηση που επιχειρεί να διαμορφώσει την ίδια την αντίληψη της πραγματικότητας. Μια συνθήκη που θυμίζει ταυτόχρονα τον «Μεγάλο Αδελφό» από το 1984 του George Orwell, όπου η παρακολούθηση γίνεται κανονικότητα, το Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, όπου η αλήθεια θάβεται κάτω από την ευκολία της επιβεβλημένης λήθης, και τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Aldous Huxley, όπου οι κοινωνίες δεν καταπιέζονται απλώς, αλλά εκπαιδεύονται να αποδέχονται την ψευδαίσθηση ως ευημερία.
Σε αυτό το τρίπτυχο, η ελληνική εκδοχή έχει και μια ιδιαιτερότητα, αφού δεν χρειάζεται καν να απαγορεύσει την κριτική. Αρκεί να την απαξιώσει. Να τη γελοιοποιήσει. Να τη βαφτίσει «υπερβολή» ή «εσωκομματική ιδιοτροπία».
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αμηχανία του Μαξίμου. Γιατί όταν η κριτική προέρχεται από τον Κώστα Καραμανλή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί περιθωριακή. Και όταν προέρχεται από τον Αντώνη Σαμαρά, δεν μπορεί να απορριφθεί ως ανεύθυνη. Τότε αποκαλύπτεται αυτό που πραγματικά ενοχλεί, ότι, δηλαδή, η αμφισβήτηση είναι εσωτερική, βαθιά και κυρίως πειστική.
Όσο για τις αναφορές στον Αλέξη Τσίπρα, αυτές λειτουργούν πλέον σαν πολιτικό δεκανίκι. Κάθε φορά που το παρόν γίνεται ασήκωτο, επιστρέφουμε στο παρελθόν. Κάθε φορά που τίθεται ένα πραγματικό ερώτημα, η απάντηση είναι «θυμηθείτε τι έγινε τότε». Μόνο που η κοινωνία δεν ζει στο «τότε». Ζει στο τώρα.
Και το τώρα περιλαμβάνει υποκλοπές που αγγίζουν τον πυρήνα της Δημοκρατίας και δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς, μια έννοια Κράτους Δικαίου που τίθεται υπό αμφισβήτηση όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά από ευρωπαϊκούς θεσμούς, κρίσιμες υποθέσεις που «σκοντάφτουν» σε θεσμικά τείχη και σε πολιτικές επιλογές αποφυγής της λογοδοσίας, και τελικά μια κυβέρνηση που μοιάζει περισσότερο απασχολημένη με το ποιος της ασκεί κριτική, παρά με το γιατί της ασκείται.
Έτσι, τα «καρφιά» προς τους πρώην δεν είναι ένδειξη δύναμης. Είναι ένδειξη φόβου. Φόβου απέναντι στην αλήθεια. Και, κυρίως, φόβου απέναντι στην πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να ελεγχθεί, όσο κι αν κάποιοι θα το ήθελαν.

