Δέκα χρόνια μετά το Μνημόνιο του Τσίπρα…

Γράφει ο Διονύσης Κ. Καραχάλιος

Ενώ ο Τσίπρας αναζητεί τρόπους επιστροφής στο προσκήνιο της πολιτικής επικαιρότητας, επιχειρώντας να πείσει την κοινή γνώμη ότι αυτός που κυβέρνησε την χώρα για μια τετραετία (2015-2019) είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν που σήμερα θέλει να ξαναγίνει «η ελπίδα που έρχεται», η συμπλήρωση δέκα ετών από την υπογραφή του 3ου μνημονίου είναι μια καλή ευκαιρία για να θυμηθούμε όλα όσα ο ίδιος δεν θέλει να θυμάται…

Κατά τους επτά μήνες, που διέρρευσαν από την εκλογική νίκη της 25ης Ιανουαρίου, μέχρι το πρωί της 13ης Ιουλίου 2015, οπότε και υπογράφηκε, από τον Τσίπρα και τους Ευρωπαίους ηγέτες, στις Βρυξέλλες, η συμφωνία που απέφερε το 3ο Μνημόνιο, η χώρα έζησε σε ένα απίστευτο πολιτικό σκηνικό, στο οποίο κυριαρχούσε ένα εκρηκτικό μείγμα παρωχημένων ιδεοληψιών μαρξιστικής-λενινιστικής προέλευσης, παροιμιώδους άγνοιας του ευρωπαϊκού κεκτημένου και των διαδικασιών λειτουργίας και λήψεως αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επαρχιώτικου πρωτογονισμού των κυβερνητικών στελεχών, που επιχειρούσαν να κερδίσουν ό,τι ήταν απαραίτητο για να κρατηθούν στην εξουσία και, ταυτόχρονα, αγωνιούσαν να μη χάσουν την αίγλη της «αντισυστημικής», ανατρεπτικής και φιλολαϊκής εικόνας, που είχαν με επιμέλεια φιλοτεχνήσει στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και η οποία είχε επιδοκιμασθεί από τον ελληνικό λαό…

Ενδεικτική της νοοτροπίας και της «λογικής» Τσίπρα υπήρξε μια, άνευ ουσίας, άμεση κυβερνητική επιλογή, που έντεχνα παρουσιάστηκε ως ενδεικτική πλήρους αλλαγής πλεύσης στις σχέσεις μας με τους Ευρωπαίους εταίρους μας: οι «θεσμοί» αντικατέστησαν την «τρόικα», που όσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην αντιπολίτευση, συγκέντρωνε την οργή και το υβρεολόγιο των «επαναστατών», οι δε συνεδριάσεις του κατ’ όνομα, μόνον, «νέου» συνομιλητή με τους Έλληνες αρμόδιους, μεταφέρθηκαν, από τις έδρες των υπουργείων, σε πολυτελή ξενοδοχεία! Και τούτο όχι μόνον για να μην καταλάβει ο «λαός» την αδιόρατη σταδιακή προσαρμογή στις επιταγές της «εξουσίας των Βρυξελλών», αλλά και διότι οι καλομαθημένοι «σύντροφοι» αισθάνονταν βολικότερα στις αναπαυτικές πολυθρόνες και το service των ευγενικών σερβιτόρων, απ’ ότι στα άχρωμα και συνήθως στενάχωρα γραφεία των υπουργείων, απ’ όπου, κατά τα άλλα, υπηρετούσαν τον «λαό»…

Το δημοψήφισμα που ο Τσίπρας όρισε, εσπευσμένα, για την 5η Ιουλίου 2015, ήταν περισσότερο εκδήλωση της προσωπικής του αβεβαιότητας και ανασφάλειας, παρά απόρροια συνειδητής επιλογής για την πραγματική διερεύνηση των προθέσεων της κοινής γνώμης. Οι ανύπαρκτες τεχνοκρατικές γνώσεις του, η απειρία του, αλλά και το ευφάνταστο ιδεολόγημα της ανατροπής μιας «εχθρικής» όσο και μισητής Ευρώπης, δεν του είχαν επιτρέψει να αντιληφθεί εγκαίρως την οδυνηρή γι’ αυτόν πραγματικότητα και να πορευθεί, ως πρωθυπουργός, με βάση τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και την επιτακτική ανάγκη σωτηρίας της χώρας. Μια σωτηρία που, είναι βέβαιον ότι, στις αριστερόστροφες χαοτικές φαντασιώσεις του, την έβλεπε σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτήν που τελικά τον οδήγησε η υπογραφή του…

Ο «σουρεαλισμός» εκείνων των στιγμών, όπου αναμαλλιασμένες και σχεδόν αφηνιασμένες ΣΥΡΙΖΑίες πανηγύριζαν το ΟΧΙ, χορεύοντας με παραληρηματικό πάθος και με την βεβαιότητα της επαναστατικής επικράτησης, ήταν ενδεικτικός μιας κατάστασης, που την είχε ορίσει η υπερβολική πίστη σε ξεθυμασμένες ψευδαισθήσεις και αποτυχημένα ιδεολογήματα, η πεισματική εμμονή στην αντίληψη ότι ο Τσίπρας, με την συνδρομή γραφικών ηγετίσκων με αντίστοιχες φιλοδοξίες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ήταν έτοιμος να μεταβάλει άρδην την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και η άγνοια κινδύνου, του ιδίου και των «συντρόφων» του, που τους προσέφερε την βεβαιότητα ότι η ανατροπή του «συστήματος», εντός και εκτός της χώρας, δεν είναι περισσότερο δύσκολη από την κατασκευή μιας μολότοφ…

Το εκπληκτικό σε όλη αυτή την ιστορία δεν είναι η επιβεβαίωση της αμηχανίας, αλλά και της αβελτηρίας, μιας κυβέρνησης, που ενώ, επικοινωνιακά παρουσιαζόταν ως κυρίαρχη των γεγονότων, στην πράξη παρέπαιε και συρόταν από τα γεγονότα, που η ίδια είχε προκαλέσει με τις αριστερόστροφες φαντασιώσεις της, την εγκληματική απερισκεψία της και την παροιμιώδη ανεπάρκεια των στελεχών της και κυρίως του ηγέτη της. Εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι, οι άνθρωποι, που, με δογματικό φανατισμό και απελπιστική άγνοια της πραγματικότητας, πρωταγωνίστησαν σ’ εκείνη την τραγωδία, η οποία παρ’ ολίγο να οδηγήσει την χώρα στην άβυσσο, δεν έχουν μέχρι σήμερα καταλάβει τα εγκλήματα που διέπραξαν, αλλά και την αγαθή τους τύχη, καθώς η μεγαθυμία της αστικής Ελλάδας, τους «προστάτευσε» από την Δικαιοσύνη, ενώπιον της οποίας κανονικά θα όφειλαν να λογοδοτήσουν…

Δεν έχουν καταλάβει ότι, οι αραχνιασμένες ιδεοληψίες τους και οι ανατρεπτικές φαντασιώσεις τους, οδήγησαν στις εφιαλτικές εικόνες με τις ουρές των πολιτών στα ATMs για εξήντα ευρώ, στην τραπεζική αργία των τριών εβδομάδων, στους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, που έπαυσαν οριστικά μόλις τον Σεπτέμβριο του 2019 (δηλαδή μετά από 4 ολόκληρα χρόνια!), επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, την εξαΰλωση της μετοχικής αξίας των τραπεζών, από τις οποίες χάθηκαν 18 δισ. (δηλαδή δύο φορές το κόστος των Ολυμπιακών αγώνων, ή το ΕΚΑΣ 20 ετών)…. Και το συνολικό κόστος για τους Έλληνες (σύμφωνα με δηλώσεις ανώτερων Ευρωπαίων αξιωματούχων όπως ο διευθύνων σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας Κλάους Ρέγκλινγκ) να φθάνει στα 100 δισ. ευρώ….

Η μετατροπή, τελικά, του ΟΧΙ σε ΝΑΙ, με ταυτόχρονους τους πανηγυρισμούς για την νίκη του «λαού», ήταν απλώς η επιβεβαίωση του αμοραλισμού και του κυνισμού, που διακρίνουν τον Τσίπρα και του επιτρέπουν να επικαλείται, πάντα με την ίδια άνεση του ανέμελου και την ίδια αυτοπεποίθηση του αδαούς, τις πλέον αντιφατικές απόψεις, χωρίς να αισθάνεται την ελάχιστη ανάγκη να δώσει εξηγήσεις και να δικαιολογήσει την στάση του…

Όλα αυτά συνέβησαν, επειδή, όπως, πολύ αργότερα, ο ίδιος ο ανεκδιήγητος Τσίπρας παραδέχθηκε, «είχε αυταπάτες»… Στην πραγματικότητα, βέβαια, έχει πλέον καταστεί σαφές ότι, καθηλωμένος, όπως ήταν, στην αριστερόστροφη αφασία του, δεν είχε επίγνωση της πραγματικότητας και δεν ήταν σε θέση, λόγω της ελλιπέστατης- αν όχι ανύπαρκτης- μορφωτικής του συγκρότησης και της παντελούς άγνοιας των κανόνων της οικονομίας και της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών, να διαχειριστεί την κρισιμότητα των περιστάσεων. Και, βεβαίως, δεν είχε στοιχειώδη αίσθηση εθνικής και κοινωνικής ευθύνης…

Υπό αυτές τι συνθήκες, η Ελλάδα έφτασε στο χείλος του γκρεμού και σώθηκε, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, όταν ο Τσίπρας υπέγραψε το 3ο Μνημόνιο, καθώς διαπίστωσε ότι ο εκβιασμός, που είχε φαντασιωθεί, δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας και υπερίσχυσε η επιθυμία του να παραμείνει στην εξουσία…

Δέκα χρόνια μετά, ο Τσίπρας επιχειρεί να αποδείξει ότι βρίσκεται «εδώ», πανέτοιμος για να «ξανασώσει» την χώρα! Πόσοι, στ’ αλήθεια, μπορούν να πιστέψουν το νέο παραμύθι;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.