Από τη συνέχεια στη διαχείριση και πως αλλοιώθηκε η ελληνική Δεξιά
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η σύγχρονη ελληνική Δεξιά βρίσκεται αντιμέτωπη όχι με ένα απλό πολιτικό δίλημμα, αλλά με μια βαθύτερη υπαρξιακή σύγκρουση. Πρόκειται για τη σύγκρουση δύο διαφορετικών «γλωσσών» πολιτικής, δύο τρόπων κατανόησης του Έθνους, του Κράτους και της Ιστορίας. Γιατί, όπως υπενθυμίζει ο Walter Benjamin, κάθε κοινοποίηση πνευματικού περιεχομένου είναι γλώσσα και η πολιτική δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν μιλά μόνο με λέξεις, αλλά με θεσμούς, προτεραιότητες και σιωπές.
Η αυθεντική ελληνική Δεξιά συγκροτήθηκε ιστορικά ως φορέας συνέχειας. Δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως τεχνικό διαχειριστή, αλλά ως θεματοφύλακα ενός πολιτισμικού υποστρώματος που προϋπήρχε του κράτους και το υπερέβαινε. Η Παιδεία, η Δικαιοσύνη, η Οικογένεια, η Γλώσσα και η Ορθόδοξη Παράδοση δεν ήταν απλώς δημόσιες πολιτικές, αλλά ρίζες ενός δένδρου που λέγεται Έθνος. Όπως συνήθιζε να μου λέει, με λόγο καθαρό και ανεπιτήδευτο, ο μακαριστός Μητροπολίτης Μάνης Σωτήριος Κίτσος, όποιος επιχειρεί να αποκόψει αυτές τις ρίζες στο όνομα της προόδου, στην πραγματικότητα πριονίζει το ίδιο το δένδρο. Και το αποτέλεσμα δεν είναι ο εκσυγχρονισμός, αλλά η αποσύνθεση.
Αυτή η Δεξιά μιλούσε μια γλώσσα πολιτισμική και ηθική. Η Δικαιοσύνη δεν ήταν απλώς αποτελεσματική, αλλά δίκαιη. Η Παιδεία δεν παρήγε μόνο δεξιότητες, αλλά χαρακτήρες. Η Εκκλησία δεν αντιμετωπιζόταν ως αναχρονισμός, αλλά ως ιστορικός θεσμός που κράτησε το Έθνος όρθιο σε περιόδους ακμής και συμφοράς. Πρόκειται για μια πολιτική γλώσσα που δεν ντρεπόταν για τις ρίζες της, γιατί γνώριζε ότι χωρίς αυτές δεν υπάρχει μέλλον.
Απέναντι σε αυτήν, η πασοκοποιημένη Δεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη εκφράζει μια ριζικά διαφορετική αντίληψη. Πρόκειται για μια Δεξιά που έχει υιοθετήσει τη λογική της μεταπολιτευτικής διαχείρισης, ντυμένη με τεχνοκρατική αισθητική και φιλελεύθερη ρητορική. Η πολιτική εδώ δεν λειτουργεί ως φορέας νοήματος, αλλά ως μηχανισμός συμμόρφωσης και επικοινωνιακής κυριαρχίας. Οι θεσμοί απογυμνώνονται από το πνευματικό τους περιεχόμενο και μετατρέπονται σε δείκτες, έργα και «μεταρρυθμίσεις».
Η Παιδεία γίνεται κατάρτιση, η Δικαιοσύνη αποδοτικότητα, η Παράδοση αφήγημα προς εξαγωγή και η Εκκλησία παράγοντας προς διαχείριση. Δεν υπάρχει σύγκρουση αξιών, αλλά προσαρμογή σε διεθνείς τάσεις και υπερεθνικές επιταγές. Πρόκειται για μια πολιτική γλώσσα φτωχή σε νόημα, αλλά πλούσια σε τεχνικούς όρους. Μια γλώσσα που μιλά άπταιστα στις Βρυξέλλες, αλλά δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την ιστορική εμπειρία της ελληνικής κοινωνίας.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτή η Δεξιά επιδιώκει τον εκσυγχρονισμό. Το πρόβλημα είναι ότι τον επιδιώκει χωρίς ιεραρχία αξιών, χωρίς αίσθηση ορίων και χωρίς επίγνωση της ιστορικής συνέχειας. Έτσι, καταλήγει να αναπαράγει τη βαθύτερη παθογένεια του πασοκικού κράτους, την αποσύνδεση, δηλαδή, της πολιτικής από κάθε πνευματικό και ηθικό θεμέλιο. Μια Δεξιά που δεν εμπνέει, αλλά διαχειρίζεται, που δεν υπερασπίζεται, αλλά εξωραΐζει, που δεν συγκρούεται, αλλά εξομαλύνει.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποια Δεξιά είναι πιο «σύγχρονη», αλλά ποια είναι ικανή να δώσει προσανατολισμό στην πατρίδα. Η αυθεντική Δεξιά δεν καλείται να επιστρέψει στο παρελθόν, αλλά να συνεχίσει την Ιστορία. Να επανασυνδέσει την πολιτική με το πνευματικό της νόημα και να αποκαταστήσει τη σχέση του Κράτους με τις ρίζες του Έθνους. Όχι ως μουσειακό κατάλοιπο, αλλά ως όρο επιβίωσης σε έναν κόσμο ρευστό και εχθρικό προς τις ταυτότητες.
Όπως έλεγε ο μακαριστός Ιεράρχης, το χρέος δεν είναι να διαφθείρουμε τα αγιασμένα από τον χρόνο έθιμα, αλλά να τα εκπολιτίσουμε και να τα εμψυχώσουμε. Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να είναι το όραμα της ελληνικής Δεξιάς, μια πατριωτική πολιτική που μιλά τη γλώσσα της ευθύνης, της συνέχειας και της αλήθειας. Γιατί, τελικά, κάθε πολιτική είναι γλώσσα. Και το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι απλό και αμείλικτο… ποια Δεξιά μιλά ακόμη τη γλώσσα της πατρίδας;

