Δημοσιογραφία κατά παραγγελία και λάσπη στον ανεμιστήρα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Δεν έχει προλάβει καν να στεγνώσει το μελάνι από τις πρώτες φήμες ότι ο Αντώνης Σαμαράς ετοιμάζει νέο πολιτικό φορέα, και ο προπαγανδιστικός μηχανισμός έπιασε αμέσως δουλειά, πατώντας το κουμπί του πανικού πριν καν δούμε επίσημες ανακοινώσεις. Βγαίνει λοιπόν το γνωστό φιλοκυβερνητικό έντυπο «Παραπολιτικά» με ένα πρωτοσέλιδο που διεκδικεί βραβείο πολιτικής απελπισίας, τιτλοφορώντας το ρεπορτάζ του «Η Μόσχα “ψηφίζει” Σαμαρά». Και κάπου εκεί αναρωτιέται κανείς μέχρι πού μπορεί να φτάσει η δημοσιογραφική γελοιότητα όταν εκτελεί διαταγές, αφού το συγκεκριμένο αφήγημα μπάζει από παντού.

Αξίζει όμως να προσέξει κανείς τον εξαιρετικά ύπουλο τρόπο με τον οποίο πλασάρεται αυτή η «ειδησεογραφία». Επειδή προφανώς δεν διαθέτουν ούτε μισό στοιχείο για να βαφτίσουν ευθέως τον Σαμαρά «ρωσόφιλο», αν είχαν άλλωστε, θα το είχαν κάνει σημαία από την πρώτη στιγμή, επιστρατεύουν τη γνωστή μέθοδο της λάσπης στον ανεμιστήρα. Ανακαλύπτουν, λέει, ότι ο νέος φορέας προσελκύει «φιλορωσικά ακροατήρια» και ότι το λεγόμενο «φιλορωσικό μπλοκ» στρέφεται προς τα εκεί.

Με αυτή την απλή αλχημεία, το εν λόγω έντυπο στέλνει ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα στον καθένα μας, αν είσαι πολίτης, ανεξαρτήτως των πεποιθήσεων σου, και αρνείσαι να στηρίξεις την κυβέρνηση, τότε πολύ απλά δεν έχεις δικαίωμα επιλογής. Το σύστημα σου λέει ξεκάθαρα πως είναι προτιμότερο να κάτσεις στον καναπέ σου και στο σπίτι σου, γιατί αν τολμήσεις να κοιτάξεις αλλού, αυτομάτως βαφτίζεσαι πιόνι της Μόσχας.

Αυτή η τακτική όμως δεν είναι απλώς ύπουλη, είναι και βαθύτατα υποκριτική, ειδικά αν βάλει κανείς κάτω τα πράγματα και τα συγκρίνει με τη διεθνή πραγματικότητα και την εξωτερική μας πολιτική. Ο Αντώνης Σαμαράς το μόνο που έχει πει για τις σχέσεις με τη Ρωσία είναι το αυτονόητο για κάθε σοβαρή χώρα, πόσο επιζήμιο, δηλαδή, ήταν για το εθνικό συμφέρον το γεγονός ότι απομονωθήκαμε πλήρως, χάνοντας κάθε δυνατότητα διαύλων επικοινωνίας, όχι για κατευνασμό, αλλά για στοιχειώδη διπλωματική επαφή.

Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται το θέατρο του παραλόγου. Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση θεωρεί επιβεβλημένο να συνομιλεί με την Τουρκία, η οποία αποτελεί άμεση και καθημερινή απειλή για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, βαφτίζοντας τον συστηματικό κατευνασμό «εποικοδομητικό διάλογο», η διατήρηση απλών διαύλων με τη Ρωσία, από την οποία δεν αντιμετωπίζουμε καμία άμεση απειλή, θεωρείται ξαφνικά εθνικό έγκλημα.

Και το ερώτημα που προκύπτει εύλογα είναι το εξής… οι Αμερικανοί, που διατηρούν σταθερά ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα, είναι κι αυτοί φιλορώσοι; Όταν το συγκεκριμένο έντυπο αναφέρεται στις διεθνείς επαφές του Ντόναλντ Τραμπ ή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, τολμάει να αφήσει έστω και το παραμικρό υπονοούμενο για τη στάση τους; Ασφαλώς και όχι, και πολύ ορθά κάνει, γιατί εκεί καταλαβαίνει πως υπάρχουν γεωπολιτικές ισορροπίες. Όταν όμως πρόκειται για τον Σαμαρά, δεν υπάρχει κανένας απολύτως δισταγμός, καμία αναστολή και καμία σοβαρότητα, ακόμα κι αν η φθηνή αυτή λασπολογία κάνει ζημιά στην ίδια τη χώρα και τη διεθνή της εικόνα.

Όμως, πέρα από το κακό που προκαλείται στον αντικειμενικό αναγνώστη και στην εθνική σοβαρότητα, αυτή η «δημοσιογραφία» βλάπτει τελικά και τους ίδιους τους μετόχους του συγκεκριμένου εντύπου. Σε μια κανονική αγορά, όταν μια εφημερίδα δημοσιεύει συστηματικά ψεύδη, ανακρίβειες και κατασκευασμένους δράκους, χάνει την αξιοπιστία της, χάνει τους αναγνώστες της και μαζί με αυτούς χάνει και τα έσοδά της. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση, ποιος νοιάζεται για τον αναγνώστη; Όταν εισπράττεις τη σιγουριά της κυβερνητικής χορηγίας, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ο αναγνώστης είναι μια παντελώς περιττή λεπτομέρεια.

Γι’ αυτό αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στην ελληνική κυβέρνηση, που κατάφερε, με τις πλάτες και τα λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου, να στήσει έναν τόσο άθλιο προπαγανδιστικό μηχανισμό. Έναν μηχανισμό τόσο ξεδιάντροπο, που στο τέλος θα καταλήξει να τον διαβάζει ολομόναχη μέσα στα γραφεία της. Θα έλεγε κανείς «ντροπή και αίσχος», αλλά για να ντραπεί κανείς, πρέπει πρώτα να διαθέτει ίχνος ντροπής πάνω του, κι αυτοί τη χάσανε προτού καν αναλάβουν την εξουσία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.