Βιώματα 11ης Σεπτεμβρίου

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 δεν με βρήκε άνετο στον καναπέ μου, μπροστά σε μια οθόνη να βλέπω σε απευθείας μετάδοση την ιστορία να αλλάζει πίστα. Με βρήκε στην Κω, φαντάρο, να υπηρετώ τη θητεία μου στην παραμεθόριο. Μόλις είχαμε φάει τέσσερις μέρες «σκηνάκια» στα βουνά του νησιού. Κι εκεί που η άσκηση συνεχίζονταν στη θάλασσα με πλωτά, τρώω μια διαταγή-έκπληξη, να περάσω σχολή υπαξιωματικών. Οπότε, άντε πάλι μεταφορά, σε άλλο στρατόπεδο αυτή τη φορά.

Έξι μέρες συνεχόμενες ασκήσεις, πάνω από εβδομάδα περίκλειστος, είχα χάσει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Τότε, βλέπεις, ούτε smartphones υπήρχαν, ούτε social media. Τα νέα τα μάθαινες αν τύχαινε να πάρεις κανένα τηλέφωνο την οικογένεια, κι αν.

Ένα απόγευμα, λοιπόν, εκεί που απολαμβάναμε τις ελάχιστες στιγμές χαλάρωσης, σκάει ο αξιωματικός.

«Επιφυλακή όλοι! Έπεσαν οι πύργοι!» μας πετάει.

Εμείς κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Τι λέει ο ποιητής, αναρωτιόμαστε, λες και ξέραμε τι γινόταν έξω.

«Έπεσαν οι Δίδυμοι Πύργοι στη Νέα Υόρκη από τρομοκρατική επίθεση. Διαταγή, βγαίνετε όλοι σε επιφυλακή!»

Μείναμε κάγκελο. Αλλά, όπως ξέρετε, στον στρατό δεν έχει «γιατί;» και «πως;». Δεν γίνεται διάλογος να βγάλεις συμπέρασμα. Περιμένεις, ακούς, κι ό,τι κατάλαβες-κατάλαβες.

«Τι με κοιτάτε ρε στραβάδια σαν χάνοι;» μας βάζει τις φωνές. «Πλήρη εξοπλισμό! Θα λάβετε τελαμώνες και βγείτε να φυλάξετε τις παραλίες!»

Στην αρχή, να τα λέμε κι αυτά, το ρίξαμε στον χαβαλέ. Άσκηση ετοιμότητας υποθέσαμε, ζάχαρη θα πάει το βράδυ, θα την πέσουμε σε καμιά παραλία. Όταν όμως άρχισε να γράφει το κοντέρ και καταλάβαμε ότι ο καραβανάς δεν αστειευόταν, μας έλουσε κρύος ιδρώτας. Θυμηθήκαμε τις ιστορίες που μας έλεγαν οι ντόπιοι για την κρίση των Ιμίων. Τότε που το νησί ήταν στο κόκκινο, έτοιμο να σκίσει την τελαμώνα, να οπλίσει και να πατήσει σκανδάλη. Γίναμε άσπροι σαν το πανί. Τελικά, φοβισμένοι αλλά με εκείνο το περίεργο πατριωτικό πείσμα που σου βγαίνει στα ζόρικα, ζωστήκαμε τις εξαρτήσεις, πήραμε τα όπλα και βγήκαμε περίπολο στο σκοτάδι.

Ευτυχώς, την επόμενη μέρα τα πράγματα ηρέμησαν. Μας έδωσαν έξοδο κι τρέξαμε κατευθείαν στην πρώτη καφετέρια να δούμε τι στο καλό είχε συμβεί. Όλος ο κόσμος, όλη η τηλεόραση, ένα πράγμα συζητούσε. Μόλις αντικρίσαμε τις εικόνες, μας έπεσε το σαγόνι. Είχαν χτυπήσει την πρωτεύουσα του δυτικού κόσμου. Την πόλη των πόλεων. Πράγματα που δεν χωρούσε ούτε στα πιο τρελά μας σενάρια.

Η θητεία μου τελείωσε ομαλά, αλλά εκείνη η μέρα δεν άλλαξε απλά τη δική μου πραγματικότητα, τίναξε στον αέρα την παγκόσμια. Έδειξε πόσο τρωτοί μπορούν να γίνουν ακόμα και οι πανίσχυροι.

Εγώ τότε είχα μόλις γυρίσει από πέντε χρόνια σπουδών στη Μεγάλη Βρετανία. Είχα συνηθίσει σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον και τη θεωρία του Σάμιουελ Χάντινγκτον για τη «Σύγκρουση των Πολιτισμών» τη θεωρούσα ενδιαφέρουσα μεν, αλλά πολύ μακρινή από την πραγματικότητα. Κι όμως, η 11η Σεπτεμβρίου έδειξε ότι στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο οι μεγάλες ρήξεις δεν ήταν πλέον οικονομικές ή ταξικές, αλλά πολιτισμικές. Οι άνθρωποι, ψάχνοντας απεγνωσμένα απάντηση στο «Ποιοι είμαστε;», συσπειρώνονται ξανά γύρω από τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους. Ένας ασκός του Αιόλου άνοιξε τότε, και η ένταση συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Εύχομαι η μνήμη της ημέρας αυτής να μην είναι απλώς μια υπενθύμιση του φόβου και της τρωτότητας μας, αλλά μια διαρκής αφορμή για ψυχραιμία, αλληλοκατανόηση και ειρήνη. Ας ελπίσουμε ο κόσμος μας να βρει τελικά τον τρόπο να γεφυρώνει τις διαφορές των πολιτισμών, αντί να τις μετατρέπει σε πεδία μάχης. Παράλληλα όμως, οφείλουμε να μην εθελοτυφλούμε. Στο πλαίσιο μιας αλόγιστης παγκοσμιοποίησης, τα σύνορα και η πατρίδα δεν είναι έννοιες καταργημένες ή ξεπερασμένες. Η ειρήνη είναι το ζητούμενο, αλλά η διαρκής ετοιμότητα και η εγρήγορση για κάθε ενδεχόμενο είναι η μόνη εγγύηση για να την υπερασπιστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.