Πώς η δήθεν πολιτική σταθερότητα εγκλωβίζει το μέλλον της χώρας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η πολιτική ζωή του τόπου τα τελευταία δώδεκα χρόνια, από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έως τη σημερινή διοίκηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει εγκλωβιστεί στο απλό αφήγημα της διαχείρισης και της πιστής εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών. Πρόκειται για μια τυφλή υποταγή σε μια ευρωπαϊκή ατζέντα που πλέον δομείται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον δικαιωματισμό και την επιθετική πράσινη μετάβαση. Αντί το πολιτικό σύστημα να παράγει εθνική στρατηγική με βάση τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας, έχει μετατραπεί σε έναν ιμάντα μεταφοράς ιδεολογημάτων και περιορισμών που έρχονται έτοιμα από τις Βρυξέλλες.
Από τη μία πλευρά, ο εισαγόμενος δικαιωματισμός αποδομεί την κοινωνική συνοχή και επιβάλλει μια ισοπεδωτική νομοθετική υπερρύθμιση που αγνοεί τις παραδόσεις και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, εστιάζοντας σε μια επιφανειακή πολιτική ταυτοτήτων. Από την άλλη πλευρά, η βίαιη και πρόωρη πράσινη μετάβαση έχει μετατραπεί σε μια οικονομική θηλιά για τους πολίτες και την εγχώρια παραγωγή. Με πρόσχημα την κλιματική ουδετερότητα, η χώρα εξαναγκάστηκε σε μια απολιγνιτοποίηση-σοκ και σε έναν ενεργειακό σχεδιασμό που εκτίναξε το κόστος ζωής και κατέστησε το ρεύμα απλησίαστο, χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλιστεί φθηνές και σταθερές εναλλακτικές λύσεις για την κοινωνία και τη βιομηχανία.
Όμως, το αληθινό διακύβευμα των εκλογών δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια τέτοια παθητική γραφειοκρατία. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ποιος είναι ο καλύτερος στην εφαρμογή των οδηγιών αυτών αλλά ποιος μπορεί να αλλάξει ριζικά τη χώρα, δημιουργώντας την Άλλη Ελλάδα μέσα από μια βαθιά, δομική ανατροπή μέσα από μια ουσιαστική Νέα Μεταπολίτευση. Προφανώς ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι καθόλου απλό, αλλά τη δεδομένη στιγμή αποτελεί τη μόνη αξιοπρεπή επιλογή.
Την ίδια ώρα, το κυβερνητικό αφήγημα περί «πολιτικής σταθερότητας» καταρρέει μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα των αριθμών, καθώς οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το ποσοστό των πολιτών που επιθυμεί πολιτική αλλαγή και εκλογή άλλης κυβέρνησης κινείται σταθερά γύρω στο 70%. Αυτό που βαφτίζεται «σταθερότητα» δεν είναι παρά μια παρατεταμένη πολιτική στασιμότητα που εγκλωβίζει τη χώρα, τη στιγμή που το ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή δημογραφική βόμβα.
Ήδη το πρώτο τετράμηνο του 2026 σημειώθηκε νέο ιστορικό ρεκόρ με 74.838 αιτήσεις συνταξιοδότησης στον ΕΦΚ, μια αύξηση 17,8% σε σχέση με το 2025, καθώς οι ασφαλισμένοι επιλέγουν τη μαζική έξοδο φοβούμενοι μελλοντικές ανατροπές. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό το κύμα φυγής θα συνεχιστεί τουλάχιστον έως το 2028, απειλώντας να ξεπεράσει τις 220.000 αιτήσεις φέτος και να καταρρίψει ακόμα και το ρεκόρ του 2021.
Η πίεση αυτή γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική αν συνυπολογιστεί το «κρυφό» συνταξιοδοτικό χρέος της Ελλάδας, το οποίο, σύμφωνα πρόσφατα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ, αγγίζει το αδιανόητο 403% του ΑΕΠ. Καθώς αυτές οι μελλοντικές υποχρεώσεις δεν προσμετρώνται στο επίσημο δημόσιο χρέος βάσει των κανόνων του Μάαστριχτ, η πραγματική δημοσιονομική εικόνα ωραιοποιείται τεχνητά. Αντίθετα με χώρες όπως η Δανία (24%) ή η Σουηδία (191%) που διαθέτουν ώριμα κεφαλαιοποιητικά συστήματα, η Ευρώπη υστερεί κατά 19,7 τρισ. ευρώ έναντι των ΗΠΑ σε συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις. Το πρόβλημα, επομένως, είναι διαρθρωτικό, αφού τεράστιοι πόροι παραμένουν εγκλωβισμένοι στο αναδιανεμητικό σύστημα αντί να κατευθύνονται μέσω των κεφαλαιαγορών σε παραγωγικές επενδύσεις.
Αυτή η επενδυτική άπνοια αντανακλάται άμεσα στην καθήλωση της ελληνικής παραγωγικότητας, η οποία, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, το 2024 παρέμενε στα αποπληθωρισμένα επίπεδα του 2000, διευρύνοντας την απόσταση από την ΕΕ. Σήμερα, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ανά ώρα εργασίας στο 43%. Την ίδια στιγμή η εγχώρια παραγωγή και επιχειρήσεις ναρκοθετούνται από το υψηλό ενεργειακό κόστος. Την περίοδο 2021-2023, το μερίδιο της ενέργειας στο κόστος παραγωγής ανήλθε στο 3,8% έναντι 2,3% στην ΕΕ, ενώ το 2025 η εγχώρια τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε στα 115 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή 39,5% υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 83 ευρώ.
Στο ίδιο διαρθρωτικό αδιέξοδο αναφέρεται και η μελέτη του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες, αποκαλύπτοντας τη βαθιά αντίφαση ανάμεσα στις στατιστικές και την πραγματικότητα. Παρά τη βελτίωση των δεικτών, το 68% των ελληνικών νοικοκυριών αδυνατεί να τα βγάλει πέρα, έναντι μόλις 19% στην ΕΕ. Η αγορά εργασίας συντηρεί τις αποκλίσεις, καθώς η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην ΕΕ, η μακροχρόνια ανεργία ξεπερνά το 50%, και η αυτοαπασχόληση (24,3%) παραμένει η υψηλότερη στην Ευρώπη με έντονες εισοδηματικές ανισότητες.
Παράλληλα, η εκπαίδευση αποτυγχάνει ως μοχλός ανέλιξης, με τη χώρα να παρουσιάζει από τη χαμηλότερη διαγενεακή κινητικότητα, αφού μόλις το 12% των παιδιών από χαμηλά στρώματα φτάνει στο πανεπιστήμιο και η παραπαιδεία παραμένει καθεστώς. Το αδιέξοδο ολοκληρώνει η στεγαστική κρίση μετά το 2018, με την εκτίναξη των ενοικίων στα χαμηλά εισοδήματα να είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, εκθέτοντας σε ακραία ευαλωτότητα τους νέους, τα μονογονεϊκά και τα πολύτεκνα νοικοκυριά.
Απέναντι σε αυτά τα δομικά αδιέξοδα, η κυβέρνηση απαντά με επικοινωνιακά τεχνάσματα και αποσπασματικά νομοθετήματα, παρουσιάζοντας τα ως μεταρρυθμίσεις. Να δούμε δυο από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα για να καταλάβουμε για τι «μεταρρυθμίσεις» μιλάμε. Από τη μία πλευρά, επιστρατεύει ψηφιακές εφαρμογές όπως το «posokanei» για τη σύγκριση τιμών στα σούπερ μάρκετ, υποτιμώντας την κοινή λογική με την ψευδαίσθηση ότι η ακρίβεια και τα καρτέλ αντιμετωπίζονται με ένα app. Από την άλλη, το Υπουργείο Εργασίας, ενσωματώνοντας την ευρωπαϊκή οδηγία για την ισότητα των αμοιβών, επιλέγει να την υπερακοντίσει, εισάγοντας ρυθμίσεις που υπονομεύουν τον οικονομικό φιλελευθερισμό και την ανοιχτή αγορά, δυσχεραίνοντας τη λειτουργία των επιχειρήσεων στο σύνολο τους.
Αυτή η διαχειριστική ανεπάρκεια εξηγεί απόλυτα τη βαθιά απαισιοδοξία που καταγράφεται στην κοινωνία. Στην τελευταία δημοσκόπηση της Interview, το 48% των πολιτών προεξοφλεί ότι η ζωή των επόμενων γενεών στην Ελλάδα θα είναι «χειρότερη», έναντι μόλις 25% που αναμένει κάτι καλύτερο. Το πιο ανησυχητικό σήμα κινδύνου εκπέμπεται από τις παραγωγικές ηλικίες, καθώς το ποσοστό αυτό αγγίζει το 53,7% στους νέους 17-35 ετών και εκτινάσσεται στο 56,1% στην ομάδα 36-55.
Η διάχυτη αυτή απογοήτευση, σε συνδυασμό με την καθολική απαίτηση του 70% για πολιτική αλλαγή, αποδεικνύει ότι το υφιστάμενο μοντέλο έχει εξαντλήσει τα όρια του. Οι πολίτες πλέον αντιλαμβάνονται ότι δεν χρειαζόμαστε έναν ακόμη τεχνοκράτη πρωθυπουργό που θα ανταγωνίζεται για το ποιος εφαρμόζει πιο γρήγορα και πειθήνια τις ιδεολογικές εμμονές και τις οδηγίες της ΕΕ. Η ανάδειξη ενός ακόμη γραφειοκράτη, με αυτά τα χαρακτηριστικά στην εξουσία, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πολιτική σταθερότητα, αλλά σίγουρο και βέβαιο θάνατο, καθώς η χώρα δεν μπορεί να πορευτεί άλλο με ημίμετρα, ψηφιακά μπαλώματα και τυφλή συμμόρφωση στις Βρυξέλλες. Αν θέλουμε να ανατρέψουμε τη φθίνουσα πορεία, η Νέα Μεταπολίτευση και η οικοδόμηση μιας Άλλης Ελλάδας δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά μια αναγκαία ιστορική μάχη που οφείλουμε να δώσουμε για το μέλλον των παιδιών μας.

