Η ψυχοπαθολογία της ισχύος και η αναζήτηση της χαμένης κανονικότητας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Θυμάμαι, λέω σήμερα στον φίλο μου τον Μάνο με τον οποίο πίναμε καφέ μαζί, την Έφη Αχτσιόγλου με την «πρώτη φορά Αριστερά», όταν μας έλεγε πως «η κανονικότητα δεν είναι ποτέ ευκαιρία για την Αριστερά». Η ιστορική αυτή αποστροφή, που κάποτε εκστομίστηκε με ακαδημαϊκή ψυχραιμία, δεν περιγράφει απλώς μια εφήμερη ιδεολογική τακτική, Μάνο, αλλά αποκαλύπτει το βαθύτερο DNA της σύγχρονης πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα.

Όντως, μου απαντά εκείνος. Αν ξεφύγουμε από τις στενές κομματικές ταμπέλες και παρατηρήσουμε την τροχιά των προσώπων που σφράγισαν και συνεχίζουν να σφραγίζουν την πολιτική ζωή τα τελευταία δώδεκα περίπου χρόνια, γίνεται σαφές ότι οι διεκδικητές της ισχύος βάσισαν την κυριαρχία τους στην παραδοχή ότι η ήρεμη, ασφαλής κανονικότητα αποτελεί τον θάνατο της δικής τους επιβίωσης.

Το πάθος για την εξουσία, εξάλλου, ακριβώς όπως και το έγκλημα, φίλε Γιάννη, έχει μια εγγενή ιδιότητα να μην ευχαριστιέται με τη γεμάτη ασφάλεια τάξη και τον γεμάτο άνεση ρυθμό της καθημερινής ζωής. Ο εφησυχασμός των μαζών, η προβλεψιμότητα των θεσμών και η κοινωνική γαλήνη στερούν από τον ηγεμόνα το απαραίτητο «σκηνικό» έκτακτης ανάγκης, με αποτέλεσμα κάθε χαλάρωμα της κοινωνικής συνάρθρωσης, κάθε αναταραχή και δοκιμασία του κόσμου να του είναι ευπρόσδεκτα, προκειμένου να ελπίζει αόριστα ότι θα επωφεληθεί από την κατάσταση αυτή.

Μάνο, συμφωνώ απόλυτα, του λέω. Πιστεύω ότι αυτή η ψυχοπαθολογία της ισχύος βρήκε την απόλυτη, σχεδόν εργαστηριακή της αποτύπωση στην πρώτη κυβερνητική περίοδο του Αλέξη Τσίπρα, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είχε γίνει ποτέ κυβέρνηση μέσα σε συνθήκες ευημερίας και θεσμικής νηφαλιότητας, παρά μόνο όταν το βίαιο χαλάρωμα του κοινωνικού ιστού της μνημονιακής περιόδου πρόσφερε το κατάλληλο έδαφος.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος εξελέγη ως ο υποτιθέμενος ορθολογιστής εγγυητής της ομαλότητας, εφάρμοσε την ίδια ακριβώς μέθοδο με αντίστροφο πρόσημο. Αντιλήφθηκε ότι η παραδοσιακή κανονικότητα της χώρας, με τα κοινωνικά της αναχώματα, αποτελούσε εμπόδιο για την επιβολή μιας ακραία φιλελεύθερης και δικαιωματιστικής ατζέντας. Εργαλειοποιώντας, δηλαδή, διαδοχικές κρίσεις και εισάγοντας μια επιθετική, «woke» δικαιωματιστική πολιτική, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρήγαγε ένα διαρκές ιδεολογικό και ταυτοτικό χάος, διαλύοντας τα παραδοσιακά ανακλαστικά της ίδιας του της παράταξης και εγκλωβίζοντας την Αριστερά, η οποία έχασε έτσι το μονοπώλιο της προόδου.

Και σήμερα τι γίνεται; με ρωτάει ο Μάνος.

Σήμερα, φίλε μου, η ατέρμονη αυτή παραγωγή μη κανονικότητας αναζωπυρώνεται με την ίδρυση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), η οποία έρχεται να επιβεβαιώσει πανηγυρικά ότι ο κύκλος της τεχνητής αστάθειας δεν έκλεισε ποτέ. Άκουσες την ομιλία του; Γεμάτη δραματικούς τόνους περί υπαρξιακής απειλής και με μια έντονη ρητορική για την ανάγκη ενός «δημοκρατικό σοκ», ο πρώην πρωθυπουργός επιλέγει ένα ιστορικά φορτισμένο ακρωνύμιο για να προκαλέσει ιδεολογικό κραδασμό, αποδεικνύοντας ότι χρειάζεται μια κοινωνία σε αναταραχή για να δικαιολογήσει τη δική του πολιτική επιστροφή.

Από την άλλη πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σπεύδει να εκμεταλλευτεί αυτή τη νέα εμφάνιση της μη κανονικότητας σηκώνοντας το γάντι της πόλωσης. Η ύπαρξη της «ΕΛΑΣ» του προσφέρει το τέλειο σκηνικό για να εμφανίζεται ως το μοναδικό οχυρό της λογικής, γεγονός που αποδεικνύει ότι και οι δύο πλευρές επωφελούνται από τη νέα αυτή αναταραχή, αφού ο ένας ελπίζει να αναγεννηθεί μέσα από το ρήγμα και ο άλλος να παρατείνει την ηγεμονία του, τρομάζοντας τους πολίτες με το φάντασμα του παρελθόντος.

Γιάννη, δυστυχώς βρισκόμαστε μπροστά σε άλλη μια τέλεια καταιγίδα, σχολιάζει εκείνος σκεπτικός. Αυτή η αμοιβαία τροφοδότηση του χάους δεν αποτελεί ένα ανώδυνο επικοινωνιακό παιχνίδι, αλλά μια επικίνδυνη διαδικασία που αποσαθρώνει τα θεμέλια της χώρας, πλήττοντας την βαθιά σε εθνικό, οικονομικό, κοινωνικό, θεσμικό και πολιτικό επίπεδο.

Εθνικά, έχοντας να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρές προκλήσεις και κινδύνους, η Ελλάδα χάνει την εσωτερική της σύμπνοια και καθίσταται ευάλωτη σε έναν ρευστό γεωπολιτικό κόσμο.

Οικονομικά, η αγορά στερείται την απαραίτητη προβλεψιμότητα, οδηγώντας σε μια οικονομία δύο ταχυτήτων, την οποία βιώνουμε εδώ και δώδεκα χρόνια, όπου ο πλούτος συγκεντρώνεται σε ελάχιστους και οι παραγωγικές επενδύσεις αποθαρρύνονται.

Ταυτόχρονα, ο κοινωνικός ιστός μετατρέπεται σε πεδίο βολής τεχνητών διαχωρισμών που εμποδίζουν τους πολίτες να ενωθούν γύρω από την κατάρρευση των δημόσιων αγαθών, την ίδια ώρα που οι δημοκρατικοί θεσμοί υποβαθμίζονται με κατεπείγοντα νομοθετήματα και το πολιτικό σύστημα εκφυλίζεται σε ένα μεταμοντέρνο θέατρο φόβου και εντυπώσεων.
Υπάρχει φως στο τούνελ; με ρωτάει με αγωνία.

Μάνο, υπάρχει, του απαντώ. Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό της θεσμικής αποδιάρθρωσης, η πολιτική παρουσία και η μακρά πορεία του Αντώνη Σαμαρά έρχεται να λειτουργήσει ως ο ιδεολογικός και πρακτικός αντίποδας, αποδεικνύοντας ότι είναι και παραμένει το πραγματικό φως στο τούνελ, ο μόνος δηλαδή αυθεντικός εγγυητής μιας εθνικά στέρεης κανονικότητας. Έχοντας πληρώσει το πολιτικό κόστος για να επιβάλει την τάξη και να πετύχει πρωτογενή πλεονάσματα κατά τη διακυβέρνηση του, όταν κράτησε τη χώρα όρθια απέναντι στο χάος, ο Αντώνης Σαμαράς συνεχίζει μέχρι σήμερα, με απόλυτη συνέπεια, να αποτελεί το σταθερό ανάχωμα στην αποδόμηση των αξιών. Στέκεται με σθένος απέναντι στο pinkwashing της σημερινής κυβέρνησης και καταγγέλλει με παρρησία τη χρήση των δικαιωμάτων ως προπετάσματος καπνού, δείχνοντας τον μοναδικό δρόμο σωτηρίας, την επιστροφή, δηλαδή, στις αδιαπραγμάτευτες αξίες της Πατρίδας και της Οικογένειας.

Ναι! συμφωνεί ο Μάνος. Άλλωστε, η διαρκής έκθεση των πολιτών στη μη κανονικότητα του διδύμου Τσίπρα-Μητσοτάκη αμβλύνει τελικά το εκλεκτικό συναίσθημα της κοινωνίας, η οποία σε κατάσταση σύγχυσης αφήνεται καλόπιστα να γοητεύεται από πράγματα που, σε κατάσταση νηφαλιότητας, θα τα έβρισκε κανείς γελοία ή θα τα απέδιωχνε ανυπόμονα.

Όντως, Μάνο, όταν η νηφαλιότητα υποχωρεί, το γελοίο βαφτίζεται πρόοδος ή επανάσταση, και η διαχρονική στάση του Αντώνη Σαμαρά παραμένει η μόνη αναγκαία και ζωντανή υπενθύμιση ότι μια χώρα δεν μπορεί να κυβερνάται με όρους θεάματος και ιστορικών αναπαραστάσεων, αλλά έχει ανάγκη από την αληθινή κανονικότητα. Είναι ο μόνος που εγγυάται αυτή τη σταθερότητα που της στερούν συστηματικά.

Μένει, λοιπόν, να δούμε τι θα αποφασίσει ο πρόεδρος. Μέχρι τότε, φίλε μου, αλλά και πολύ περισσότερο μετά, θα υπομένουμε τον πόλεμο του στρατού των τρολ, τόσο της μιας όσο και της άλλης πλευράς. Έναν πόλεμο που αποτελεί γέννημα και κυοφορία αυτής της βαθιά μη κανονικής κατάστασης, την οποία είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουμε για όσα υποστηρίζουμε και δημόσια γράφουμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.