Το «τέλος της εργασίας», το «τέλος της Ιστορίας» και η ψηφιακή πολιτική του Μητσοτάκη
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Μας λένε ότι μπαίνουμε στη «νέα εποχή». Ότι η τεχνητή νοημοσύνη, τα ψηφιακά συστήματα, οι πλατφόρμες, οι αυτοματισμοί είναι το μέλλον της Ελλάδας. Μας λένε ότι πρέπει να προσαρμοστούμε, ότι το μέλλον είναι «ψηφιακό» και πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη οδηγεί τη χώρα στην «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση». Μόνο που δεν μας λένε το πιο κρίσιμο: ποιος θα ζει, ποιος θα επιβιώνει και ποιος θα εργάζεται δεκατρείς ώρες την ημέρα, υποθηκεύοντας την οικογένεια και την κοινωνία, για να αντεπεξέλθει σε ένα σύστημα που αγνοεί την ανθρώπινη φυσιολογία και τη δημογραφία.
Η «ψηφιακή διακυβέρνηση» του Κυριάκου Μητσοτάκη, που επαίρεται ότι απλοποίησε τη γραφειοκρατία, δεν είναι απλώς τεχνολογικό πρόγραμμα. Είναι ιδεολογία. Μια ιδεολογία ψυχρή, γραμμική, μηχανιστική. Που μετρά την πρόοδο με δείκτες, όχι με ανθρώπους. Που θεωρεί τον πολίτη «χρήστη», την κοινωνία «βάση δεδομένων» και το κράτος «πλατφόρμα υπηρεσιών». Που αντικαθιστά το πρόσωπο με τον κωδικό, την ευθύνη με τον αλγόριθμο και τη σχέση με το σύστημα.
Αυτή η «ψηφιακή Ελλάδα» είναι το ακριβές ανάλογο του «τέλους της Ιστορίας» του κομμουνισμού. Μια τελειωμένη, ομοιογενής, «οργανωμένη» κοινωνία χωρίς πάλη, χωρίς αντίθεση, χωρίς ψυχή. Όπως τότε οι Μαρξιστές πίστεψαν πως θα έρθει ο παράδεισος όταν εξαφανιστούν οι ταξικές διαφορές, έτσι και τώρα οι τεχνοκράτες πιστεύουν πως θα έρθει η «ευημερία» όταν εξαφανιστούν τα λάθη, η αυθόρμητη βούληση, η ανθρώπινη παρέμβαση.
Μα ο άνθρωπος δεν είναι ούτε σφάλμα ούτε μεταβλητή. Η Ιστορία προχωρά γιατί ο άνθρωπος αμφισβητεί, δημιουργεί, επαναστατεί. Η εργασία έχει αξία γιατί μέσα από τον μόχθο ο άνθρωπος μεταμορφώνει τον κόσμο και τον εαυτό του. Κι αυτή την αλήθεια, καμία «ψηφιακή στρατηγική» δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οραματίζεται ένα κράτος χωρίς πολίτες παρά μόνο «διαχειριστές δεδομένων». Εταιρείες που θα έχουν το ρόλο του κράτους και πολίτες που θα «αλληλεπιδρούν» με την εξουσία μέσω εφαρμογών. Όμως πίσω από τα apps, τα gov.gr και τις «έξυπνες πολιτικές», χτίζεται ένα νέο καθεστώς. Καθεστώς αόρατης εξάρτησης, όπου η ελευθερία δεν καταργείται δια νόμου, αλλά δια λογισμικού.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια κυβέρνηση που μιλά για «ψηφιακό άλμα», είναι εκείνη που έχει διαλύσει την παραγωγική βάση, που έχει υποτιμήσει την εργασία, που θεωρεί «αναχρονισμό» την κοινωνική συνοχή. Η τεχνολογία της, όπως και η πολιτική της, υπηρετεί τους λίγους, όχι το σύνολο. Είναι εργαλείο ελέγχου, όχι απελευθέρωσης.
Όπως απέτυχε το «τέλος της Ιστορίας» του Μαρξ, έτσι θα αποτύχει και το «τέλος της εργασίας» του Μητσοτάκη. Γιατί κανένα λογισμικό δεν μπορεί να γεννήσει ιδανικά. Κανένα data center δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη βούληση ενός λαού. Κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να εμπνεύσει πίστη, θυσία, έρωτα, δημιουργία. Το «ψηφιακό κράτος» τους, αν μείνει χωρίς ψυχή, θα γίνει απλώς μια νέα μορφή εξουσίας χωρίς πρόσωπο.
Στο πλαίσιο αυτό ήρθε να προστεθεί και η πρόσφατη ψήφιση νομοσχεδίου για δυνατότητα του 13ώρου. Προφανώς, η κυβέρνηση θεωρεί ότι έτσι θα αντιμετωπιστεί το συνταξιοδοτικό πρόβλημα που προκύπτει από την υπογεννητικότητα: περισσότεροι εργαζόμενοι, περισσότερα έσοδα, περισσότερες εισφορές. Όμως η λογική αυτή είναι ψυχρή και μηχανιστική. Η οικογένεια θυσιάζεται, οι νέοι καθυστερούν ή αναβάλλουν την τεκνοποίηση, και όσοι εργάζονται ακόμη και στα χρόνια της συνταξιοδότησής τους θα πάρουν πολύ μικρότερες συντάξεις. Το 13ωρο, αντί να λύνει το πρόβλημα, επιταχύνει την κοινωνική και δημογραφική κρίση.
Η δική μας απάντηση πρέπει να είναι ο άνθρωπος, ο πολίτης που σκέφτεται, εργάζεται, αγωνίζεται, ονειρεύεται. Γιατί αν τελειώσει η εργασία, αν τελειώσει η ιστορία, αν αντικατασταθεί η συνείδηση από την οθόνη, τότε δεν θα ζούμε σε έναν θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Θα ζούμε στο ψυχρότερο, πιο αλαζονικό, πιο απάνθρωπο πείραμα της Ιστορίας.
Αλλά υπάρχει άλλος δρόμος. Και είναι καθαρά πολιτικός. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στην τεχνολογία και τον άνθρωπο. Χρειάζεται να βάλει την τεχνολογία στην υπηρεσία του ανθρώπου, όχι το αντίστροφο. Αυτό είναι το αληθινό ζητούμενο. Να συνδυάσουμε το ελληνικό πνεύμα με τα εργαλεία του 21ου αιώνα, χωρίς να παραδώσουμε την ψυχή μας στα συστήματα που μας «προβλέπουν».
Πρώτον, να αποκατασταθεί η αξία της εργασίας και αντιμετώπιση του 13ώρου. Όχι με επιδόματα, αλλά με δημιουργία νέου παραγωγικού ιστού. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στην παραγωγή, όχι μόνο στην «ψηφιακή διαχείριση». Να στηριχθούν οι βιοτεχνίες, η αγροτική καινοτομία, η ελληνική τεχνολογία, τα εργαστήρια, τα πανεπιστήμια. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι εργαλείο, όχι υποκατάστατο. Να υπηρετεί τον γιατρό, τον μηχανικό, τον αγρότη και όχι να τους διαγράψει. Το 13ωρο πρέπει να αντικατασταθεί από ευέλικτα ωράρια, σεβασμό στην οικογένεια και μέτρα που ενισχύουν την τεκνοποίηση και τη δια βίου εργασία με αξιοπρεπείς συντάξεις.
Δεύτερον, να υπάρξει εθνική στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη με ανθρώπινη κατεύθυνση. Όχι απλώς ένα «ψηφιακό υπουργείο» που υπογράφει συμβάσεις με πολυεθνικές. Χρειάζεται Ελληνικό Συμβούλιο Ψηφιακής Κυριαρχίας, με πανεπιστήμια, παραγωγικούς φορείς, νομικούς και φιλοσόφους, που θα ορίζει όρια, δεοντολογία και εθνικό συμφέρον στην τεχνολογία. Η Ελλάδα οφείλει να έχει ψηφιακή ανεξαρτησία, όχι να γίνει «data colony» των ισχυρών. Παράλληλα θα συνδέεται με βιώσιμη πολιτική για την ηλικιωμένη γενιά και το συνταξιοδοτικό.
Τρίτον, να προστατευθεί η κοινωνική συνοχή και οικογένεια. Το μέλλον δεν μπορεί να είναι λίγοι ευνοημένοι του συστήματος και μια μάζα «ανενεργών» πολιτών. Χρειάζεται νέα μορφή συμμετοχής και εκπαίδευσης, ένα εθνικό πρόγραμμα δια βίου μάθησης και ενίσχυση της οικογένειας και της γονιμότητας, με κίνητρα για νέους και στήριξη όσων εργάζονται για μεγάλο διάστημα χωρίς να χάσουν τα δικαιώματα τους. Όχι σεμιναριακή «κατάρτιση», αλλά παιδεία ψηφιακής αυτονομίας, που θα διδάσκει τον πολίτη να ελέγχει την τεχνολογία, όχι να την υπηρετεί.
Τέταρτον, να επανέλθει η πολιτική στην πρωτοπορία. Όχι να υποτάσσεται σε «τεχνοκρατικές αναγκαιότητες». Η πολιτική οφείλει να βάζει κανόνες, όχι να ακολουθεί τάσεις. Η Ελλάδα πρέπει να έχει το δικό της μοντέλο προόδου, με ρίζες στην παράδοση, στην κοινότητα, στην πίστη στον άνθρωπο. Όχι «ψηφιακός υπηρέτης» ενός συστήματος που δεν λογοδοτεί σε κανέναν.
Πέμπτον, να ξαναγίνει η εργασία πράξη αξιοπρέπειας και συλλογικής ευθύνης. Αυτό σημαίνει επαναφορά της έννοιας του έργου και όχι του «job». Ο Έλληνας να ξαναδεί τη δουλειά του ως προσφορά στο κοινό καλό, όχι ως αριθμό στο TaxisNet. Η Πολιτεία να επιβραβεύει τη δημιουργικότητα, τη συνέπεια, την αριστεία και όχι τη «διασύνδεση».
Αυτό που χρειάζεται, εντέλει, δεν είναι «ψηφιακό άλμα». Είναι πολιτισμική αναγέννηση. Να ξαναπιστέψουμε ότι ο άνθρωπος προηγείται της μηχανής. Ότι η Ελλάδα δεν γεννήθηκε για να «προσαρμόζεται», αλλά για να προσανατολίζει.
Η Ελλάδα, η χώρα που γέννησε την έννοια του προσώπου και του μέτρου, δεν μπορεί να δεχθεί να γίνει το πρώτο της θύμα. Αν η τεχνολογία είναι το μέλλον, η ψυχή, η αξιοπρέπεια, η κοινωνική συνοχή και η οικογένεια είναι η κατεύθυνση. Κι αν η Ελλάδα θέλει να αποφύγει το κενό του 13ώρου, την υπογεννητικότητα και την κατάρρευση του συνταξιοδοτικού, πρέπει να ξαναγίνει το αντίθετο του μηχανισμού και παράδειγμα ελεύθερης κοινωνίας, όπου η εργασία, η παιδεία, η πολιτική και η οικογένεια υπηρετούν τον Άνθρωπο.


Εξαιρετικό, προφητικό και δυστυχώς ορατό (συμβαίνει). Μας κυβερνούν άρρωστοι άνθρωποι.
Η «ψηφιακή διακυβέρνηση ………. Που αντικαθιστά το πρόσωπο με τον κωδικό, την ευθύνη με τον αλγόριθμο και τη σχέση με το σύστημα. ” Καθεστώς αόρατης εξάρτησης, όπου η ελευθερία δεν καταργείται δια νόμου, αλλά δια λογισμικού.”