Το τελευταίο Πάσχα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

Γράφει η Τζέννυ Σιαμαλέκα

Όσο περνούσε η ώρα και μεσημέριαζε, ένα δειλό, ανεπαίσθητο αεράκι, άρχισε να δροσίζει τους άντρες, που στέκονταν ακίνητοι στις επάλξεις και στους Πύργους της Ακρόπολης.

Η Θεία Λειτουργία είχε τελειώσει. Και οι γλυκόλαλες καμπάνες της Αγιά Σοφιάς, που αξημέρωτα χτυπούσαν χαρούμενες την Ανάσταση, είχαν σιωπήσει.

Η μέρα ήταν λαμπερή! Όπως αρμόζει για Κυριακή του Πάσχα. Η Άνοιξη ξεγλιστρούσε ανυπόμονα ανάμεσα σε τρούλους και καμπαναριά… Κάστρα και πολεμίστρες… Κι άστραφτε ο Βόσπορος ως πέρα…
Κι ήταν τόσο καθαρή η ατμόσφαιρα, που στο κάθε πλεούμενο, ακόμα και το πιο ασήμαντο, ξεχώριζες με λεπτομέρειες τα δίχτυα και τα πανιά.

1η Απρίλη του 1453.

Ο κόσμος μετά την εκκλησία, γέμισε τα σοκάκια και τους μαχαλάδες της Πόλης.
Κανένας δεν ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του! Μπουλούκια, μαζεύονταν γύρω από εμπόρους, πραματευτάδες και ναυτικούς, που είχαν καταφθάσει από τη Βενετία, για να κάνουν Πάσχα στα σπίτια τους. Και που ξεχώριζαν αμέσως για τις κομψές τους φορεσιές, με τα χρυσοποίκιλτα κουμπιά και τα Φραντσέζικα υποδήματα. Κι όλοι ανυπόμονοι τους ρωτούσαν… Και αδημονούσαν για τις απαντήσεις τους… Και προσδοκούσαν πως τ’ αυτιά τους θ’ άκουγαν τις απαντήσεις που λαχτάραγε η ψυχή τους…

Πως τάχα οι Φράγκοι θα στείλουν βοήθεια την ύστατη στιγμή. Πως οι Χριστιανοί της Δύσης έχουν χρέος τους να σώσουν τ’ αδέρφια τους στην Ανατολή. Πως κανένας Λατίνος δεν θα επέτρεπε να μπουν στην Πόλη «οι οχτροί»… Τα Αγαρηνά σκυλιά… Για να σφάξουν τον κοσμάκη και να μαγαρίσουν τις εκκλησιές.

Μα τις απαντήσεις τις έπαιρνε ο αγέρας και χάνονταν… Κι ακούγονταν μόνο οι φωνές των ρασοφόρων και των Δεσποτάδων, που αναθεμάτιζαν τον Πάπα. Και ξεστόμιζαν με μίσος και οργή ανείπωτες ύβρεις.
Κι άλλοι πάλι χαμηλόφωνα, ψυθιριστά, με φιδίσιο σφύριγμα, κατηγορούσαν για συνωμότη τον δούκα Λουκά Νοταρά. Πως τάχα αυτός παζάρευε με τον Μωάμεθ, για να του δώσει τα κλειδιά της Πόλης. Και σαν αντάλλαγμα να διαδεχτεί τον Κωνσταντίνο στο Παλάτι.

Κι όσο η ώρα περνούσε, η ένταση κορυφώνονταν. Και τα πρόσωπά τους σκυθρώπιαζαν. Πως ήταν Πάσχα πια κανέναν δεν ενδιέφερε. 70.000 άνθρωποι είχαν απομείνει στη Βασιλεύουσα. Οι προμήθειες μέρα με τη μέρα στέγνωναν. Κι ο Αυτοκράτορας ρευστοποιούσε κειμήλια και πολύτιμα σκεύη για ν’ αγοράσει όπλα και να πληρώσει τους στρατιώτες.

Και μπορεί, για το Αναστάσιμο τραπέζι, όλοι φιλότιμα να κάναν το κουμάντο τους… Άρχοντες και χωρικοί, έψησαν κρέας, έβρασαν σούπες, ζύμωσαν κουλούρες και έσταξαν στις κούπες τους γλυκόπιοτο κρασί, φερμένο από τ’ Αθωνίτικα μοναστήρια… Όμως τι τα θες! Η μυρωδιά του θανάτου είχε τρυπώσει ύπουλα στην ψυχή τους.
* * *
Ο χρόνος πλέον μετρούσε αντίστροφα. Ο Μωάμεθ είχε κιόλας στήσει τη σκηνή του, ακριβώς απέναντι από την Πύλη του Ρωμανού, εκεί που χτύπαγε η καρδιά του Βυζαντίου. Κι ο τακτικός στρατός του, ίσα με 150.000 ήταν ήδη έξω από τα τείχη. Μα το χειρότερο ήταν τ’ ατέλειωτα στίφη των ατάκτων. Φονιάδες και κατσαπλιάδες, από άγνωστα μέρη. Αχαρτογράφητα. Που μυρίστηκαν αίμα και πλιάτσικο… Και ούρλιαζαν τις νύχτες έξω από τα τείχη… Και μεθοκοπούσαν… Λαχτάραγαν στο άκουσμά τους οι μανάδες στην Πόλη. Και ξύπναγαν τα μαξούμια στις σαρμανίτσες.

Κι όλων τα μάτια ήταν στραμμένα στο Βόσπορο. Κι όλοι περίμεναν, μήτε κι οι ίδιοι ήξεραν τι;
Ο Κωνσταντίνος είχε στείλει Πρεσβείες κι είχε ενημερώσει όλους τους Χριστιανούς Ηγεμόνες. Κι είχε λάβει υποσχέσεις και λόγια παρηγοριάς… Αλλά όπως γίνεται συνήθως στις κρίσιμες περιστάσεις, είτε ατομικές, είτε πανανθρώπινες… Πάντα μόνος σου είσαι. Και μόνο στον εαυτό σου μπορείς να βασιστείς.

Κι οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά. Η έξαψη της αναμονής, είχε συνεπάρει ακόμα και τα παιδιά! Στόριαζαν μεταξύ τους αλόκοτες ιστορίες! Κι άλλοτε τρόμαζαν. Κι άλλοτε γελούσαν. Αυτό που όμως πιότερο τ’ αναστάτωνε, ήταν η «μπομπάρδα»!

Το τεράστιο κανόνι, που ο Μωάμεθ, είχε ήδη εγκαταστήσει απέναντι από την Κεντρική Πύλη του τείχους.
«Άμα ρίξει μ’ αυτό θα τα γκρεμίσει όλα. Κι αυτοί θα μπουν μέσα και θα μας σφάξουν. Όχι, θα μας κάνουν γενίτσαρους… Και θάμαστε στρατιώτες… Μη λέτε ανοησίες. Δεν μπορεί να ρίξει τόσο μακριά. Δεν φτάνει, επέμεναν άλλα. –Ο πατέρας μου λέει, πως κανένα κανόνι δεν μπορεί να γκρεμίσει τα τείχη μας. Τις νύχτες κάθεται η Παναγία και τα φυλάει. Την έχουν δει τόσοι και τόσοι… Μα σαν την πλησιάζουν χάνεται…».

Εκείνη την Κυριακή του Πάσχα, 1η Απρίλη του 1453, κανένας δεν ήθελε να πεθάνει. Μήτε ο Αυτοκράτορας, μήτε οι στρατιώτες του, που στέκονταν ασάλευτοι στις επάλξεις τους, χωρίς να χάνουν λεπτό από τα μάτια τους τις κινήσεις των Οθωμανών Αξιωματικών.

Το τεράστιο κανόνι απέναντί τους, ήταν έτοιμο να καταβροχθίσει τη Χιλιόχρονη Ιστορία της Βασιλεύουσας. Αλλά αυτοί στέκονταν εκεί. Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι.
Τόσες επιθέσεις είχαν αντέξει αυτά τα τείχη. Πέρσες. Άβαροι, Άραδες. Βούλγαροι, Ρώσοι. Σταυροφόροι. Τούρκοι. Τα τείχη άντεχαν. Οι άνθρωποι δεν παραδίνονταν. Οι ώρες περνούσαν.
* * *
Ο Πατριάρχης λιτάνευσε την Εικόνα της Παναγίας κατά μήκος των Τειχών. Πολύς κόσμος τον ακολουθούσε. Στην Πύλη του Ρωμανού σταμάτησαν. Και έψαλαν όλοι με βροντώδη φωνή το Χριστός Ανέστη.

Στο στρατόπεδο του εχθρού σίγησαν. Οι παρατρεχάμενοι: Τεχνίτες, σιτιστές, υπηρέτες, εργάτες, δερβίσηδες, γιατροί, Μωαμεθανοί ιερωμένοι… Παράτησαν τις δουλειές τους και λούφαξαν.

Ο ίδιος ο Μωάμεθ αφουγκράστηκε προσεχτικά, διακόπτοντας τη συζήτησή του με τους επιτελάρχες του. Το πρόσωπό του παρέμεινε ανέκφραστο. Μέσα του όμως ένιωσε ένα περίεργο συναίσθημα. Φόβο; Όχι. Δεν ήταν φόβος. Ήταν δέος. Το τέλος πλησίαζε. Πιθανόν ν’ άντεχαν ακόμα λίγες εβδομάδες. Το πολύ ένα μήνα. Ο νεαρός Σουλτάνος τα είχε όλα προσεκτικά σχεδιασμένα. Η Πόλη θάπεφτε. Οι Χριστιανοί το γνώριζαν. Κι απ’ όλους καλύτερα το γνώριζε ο Αυτοκράτορας.
* * *
Εκείνη την Κυριακή ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε ενδυθεί με την καλύτερη φορεσιά του. Πορφυρή φορεσιά. Χρυσοκέντητη.

Ο άντρας αυτός που άφησε το Δεσποτάτο του Μυστρά, για ν’ αναζητήσει στην Κωνσταντινούπολη «ένα Χριστιανό να του πάρει το κεφάλι»… Είχε πλήρη επίγνωση του ρόλου του. Ήταν το τελευταίο του Πάσχα.
Σαν έτοιμος από καιρό, επιθεώρησε το στρατό του, μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Ιωάννη Ιουστιανιάνη. Αντάλαξε ευχές με τους Αξιωματικούς του. Κι έδωσε λεπτομερείς οδηγίες, για να κλειστεί την επόμενη μέρα, 2 Απριλίου του 1453, ο Κεράτιος Κόλπος, με τη μεγάλη αλυσίδα, προκειμένου ν’ αποκλείσουν την είσοδο στα Τουρκικά πλοία, που ήδη είχαν κάνει την εμφάνισή τους.

Ύστερα ξεμάκρυνε λίγο, μονάχος του. Κρατώντας σε απόσταση την προσωπική του φρουρά. Κι έτσι καθώς σουρούπωνε… κοντοστάθηκε για λίγο σε μια μικρή, ασήμαντη δρύινη Πύλη. Την Κερκόπορτα. Η πύλη αυτή οδηγούσε έξω από τα Τείχη, σ’ ένα ιπποδρόμιο. Σιμά στο παλάτι. Και τριγύρω απλώνονταν ολάνθιστα λειβάδια. Ο Βασιλιάς χάιδεψε με το βλέμμα του το τοπίο.

Η Άνοιξη δεν ήξερε από πολιορκίες. Η Άνοιξη δεν υποστήριζε κανέναν αντίπαλο. Η Άνοιξη αντιστρατεύονταν το θάνατο. Αντί για αίμα έδινε παπαρούνες! Ολάνθιστες, αιμάτινες παπαρούνες, πλημμύριζαν τα λειβάδια έξω από την Κερκόπορτα.

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, 49 μόλις χρονών, ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει γρήγορα… Και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Κανένας δεν τον έβλεπε. Ποτέ ο Μωάμεθ δεν θα μάθαινε πως έκλαψε. Ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.