Το soundtrack μιας εποχής όπου η ουσία χάθηκε στο feed
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Ο Ακύλας με το τραγούδι «Ferto» είναι ο μεγάλος νικητής του «Sing for Greece 2026» και θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στον 70ό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, που θα διεξαχθεί στη Βιέννη της Αυστρίας, από 12 έως 16 Μαΐου 2026. Και κάπως έτσι, μέσα από μια βραδιά γεμάτη εντάσεις, ανατροπές και βαθμολογίες που θύμιζαν περισσότερο εκλογική βραδιά παρά μουσικό διαγωνισμό, η χώρα απέκτησε το νέο της ευρωπαϊκό λάβαρο. Ένα τραγούδι που ζητάει «φέρ’ τα όλα» σε μια εποχή όπου οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους φέρνει κανείς τίποτα.
Το «Ferto» του Ακύλα, με την υπερβολή του και την ακατάπαυστη δίψα για απόκτηση, μοιάζει να είναι το soundtrack μιας Ελλάδας που έχει μάθει να ζει με το κενό. Μιας Ελλάδας όπου η πολιτική υπόσχεται σταθερότητα, αλλά η καθημερινότητα των πολιτών μοιάζει όλο και πιο ασταθής. Το τραγούδι, με το «φέρτα μου όλα», δεν είναι απλώς μια trap φαντασίωση. Είναι η αντανάκλαση μιας κοινωνίας που νιώθει ότι πρέπει να τα διεκδικήσει όλα μόνη της, γιατί δεν περιμένει τίποτα από κανέναν. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, είναι σχόλιο για την εποχή, και για την κυβέρνηση που τη διαχειρίζεται.
Η χώρα ζει σε μια περίοδο όπου η πολιτική μοιάζει να έχει χάσει την επαφή με το έδαφος. Η κυβέρνηση προβάλλει εικόνα αποτελεσματικότητας, αλλά η κοινωνία βιώνει μια πραγματικότητα που δεν ταιριάζει με τα διαγράμματα και τις παρουσιάσεις. Μοιάζει να ζει σε μια παράλληλη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα όπου όλα λειτουργούν, όλα προχωρούν, όλα βελτιώνονται. Μια πραγματικότητα τόσο καλοστημένη που θα ζήλευε και σκηνοθέτης διαφημιστικού. Αν το «Ferto» λέει «φέρτα μου όλα», η πολιτική επικοινωνία της εποχής μοιάζει να απαντά «μα… ήδη τα έχεις». Μόνο που ο πολίτης κοιτάζει το πορτοφόλι του, κοιτάζει τον λογαριασμό του, κοιτάζει την καθημερινότητά του και αναρωτιέται αν μιλάμε για την ίδια χώρα.
Η πνευματική ζωή; Εκεί κι αν η σάτιρα γράφεται μόνη της. Κάποτε οι διανοούμενοι διαμόρφωναν τον δημόσιο διάλογο. Σήμερα, αν τολμήσουν να μιλήσουν, κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν «γκρινιάρηδες», «τοξικοί» ή «εκτός πραγματικότητας». Η σοβαρή σκέψη αντιμετωπίζεται σαν παλιομοδίτικη συνήθεια, σαν κάτι που δεν ταιριάζει στο γυαλιστερό αφήγημα της εποχής. Η χώρα που γέννησε φιλοσοφία, τώρα γέννησε το «φέρ’ το». Κι αυτό από μόνο του είναι σχόλιο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το «Ferto» λειτουργεί σαν καθρέφτης μιας Ελλάδας που έχει μάθει να επιβιώνει χωρίς να περιμένει καθοδήγηση. Μιας Ελλάδας όπου η φιλοδοξία γίνεται υποκατάστατο της ελπίδας, όπου η υπερβολή αντικαθιστά το όραμα, όπου η ατομική προσπάθεια καλείται να καλύψει τα κενά μιας πολιτείας που δεν καταφέρνει να εμπνεύσει. Η κυβέρνηση μιλά για πρόοδο, αλλά η κοινωνία νιώθει ότι η πρόοδος δεν την περιλαμβάνει. Μιλά για ανάπτυξη, αλλά η καθημερινότητα πολλών δεν το επιβεβαιώνει. Μιλά για σταθερότητα, αλλά η αίσθηση αστάθειας είναι διάχυτη.
Το τραγούδι του Ακύλα δεν είναι πολιτικό μανιφέστο. Είναι όμως το αποτέλεσμα μιας εποχής όπου η πολιτική έχει χάσει την ικανότητα να παράγει νόημα. Όταν οι πολίτες δεν βρίσκουν προοπτική στους θεσμούς, στρέφονται σε ό,τι τους δίνει έστω μια ψευδαίσθηση δύναμης. Όταν η δημόσια ζωή μοιάζει αποκομμένη, η κουλτούρα γίνεται ο χώρος όπου εκφράζεται η αγωνία. Και όταν η κυβέρνηση προβάλλει μια εικόνα που δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες, τότε ακόμη και ένα τραγούδι γεμάτο χρυσά ρολόγια και designer γυαλιά μπορεί να γίνει σχόλιο για την εποχή.
Και κάπως έτσι, το «Ferto» ταξιδεύει για τη Βιέννη, κουβαλώντας στις αποσκευές του όχι μόνο τις υπερβολές του Ακύλα, αλλά και τις υπερβολές μιας χώρας που έχει μάθει να ζει με πολιτική επικοινωνία επιπέδου influencer. Μιας χώρας όπου τα σκάνδαλα περνούν μπροστά από τα μάτια μας σαν stories 24ώρου, όπου ο βίος πολυτελείας δεν είναι πια προνόμιο των τραγουδιών αλλά μέρος της δημόσιας ζωής, και όπου η πραγματικότητα φιλτράρεται τόσο πολύ που στο τέλος δεν θυμίζει σε τίποτα την αλήθεια.
Η πολιτική σκηνή μοιάζει με feed γεμάτο χορηγούμενες αναρτήσεις, λαμπερές, καλοφτιαγμένες, με τέλειο φωτισμό και προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις. Μόνο που πίσω από τα φίλτρα, πίσω από τα χαμόγελα, πίσω από τις υποσχέσεις, η χώρα μοιάζει να τρέχει με άδειο ρεζερβουάρ. Η καλλιτεχνική ζωή παλεύει να ακουστεί μέσα σε έναν θόρυβο από lifestyle, σκάνδαλα και επιφανειακές «επιτυχίες». Η πνευματική ζωή, κουρασμένη και παραμελημένη, μοιάζει να στέκεται στη γωνία σαν παλιός δάσκαλος που κανείς δεν ακούει πια.
Και μέσα σε όλα αυτά, το «Ferto» γίνεται αλληγορία. Ο Ακύλας τραγουδά «φέρ’ τα όλα», την ώρα που η χώρα μοιάζει να έχει ξεμείνει από ουσία. Η κοινωνία ζητάει διαφάνεια, σοβαρότητα, αξιοπιστία και παίρνει αντ’ αυτών εικόνες, σλόγκαν και μια πολιτική αφήγηση που θυμίζει περισσότερο καμπάνια προϊόντος παρά διακυβέρνηση. Τα σκάνδαλα περνούν σαν διαφημίσεις που προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν είδαμε αυτό που είδαμε. Ο βίος πολυτελείας παρουσιάζεται σαν φυσική κατάσταση. Και η πολιτική επικοινωνία λειτουργεί σαν influencer που προσπαθεί να μας πείσει ότι όλα είναι τέλεια, αρκεί να κάνουμε swipe up.
Το «Ferto» δεν είναι η αιτία της κρίσης. Είναι το σύμπτωμα. Και όσο η πολιτική συνεχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνία παρά ως ουσία, όσο η πνευματική ζωή παραμένει στο περιθώριο, όσο η κοινωνία νιώθει ότι πρέπει να τα διεκδικήσει όλα μόνη της, τόσο τέτοια τραγούδια θα γίνονται η άτυπη φωνή μιας χώρας που ψάχνει νόημα εκεί όπου δεν το βρίσκει πια.

