Το ψευδεπίγραφο μοντέλο των τεχνοκρατών και η θεσμική διολίσθηση της χώρας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επένδυσε εξαρχής σε ένα αφήγημα «τεχνοκρατικής επάρκειας». Πρόβαλε μια ομάδα προσώπων, από τον Κυριάκο Πιερρακάκη, τον Άκη Σκέρτσο, τον Κώστα Φραγκογιάννη, τον Θοδωρή Τσακίρη και, πιο πρόσφατα, τον Μαργαρίτη Σχοινά, ως το «νέο», το «αποτελεσματικό», το «εκσυγχρονιστικό». Όμως, πίσω από την επιμελώς κατασκευασμένη αυτή εικόνα, αναδύεται μια πραγματικότητα, όχι με τεχνοκράτες που μετασχηματίζουν, αλλά γραφειοκράτες παλαιάς κοπής που διαχειρίζονται.

Η διάκριση δεν είναι ρητορική, αλλά ουσιαστική. Ο τεχνοκράτης παράγει λύσεις, ανοίγει συστήματα, δημιουργεί πλαίσια που ενισχύουν την οικονομική συμμετοχή και την καινοτομία. Ο γραφειοκράτης, αντίθετα, λειτουργεί εντός προϋπαρχόντων μηχανισμών, τους συντηρεί και, συχνά, τους περιπλέκει. Και όταν οι μηχανισμοί αυτοί είναι κλειστοί, τότε η «τεχνοκρατία» μετατρέπεται σε εργαλείο αναπαραγωγής της στασιμότητας. Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια.

Η κυβέρνηση δεν οικοδόμησε ανοιχτούς (inclusive) οικονομικούς θεσμούς, αλλά εδραίωσε, με πιο «σύγχρονη» αισθητική, κλειστούς (extractive) θεσμούς. Δηλαδή, θεσμούς που δεν ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των πολλών, αλλά διευκολύνουν τη συγκέντρωση πόρων και ευκαιριών στους λίγους. Και αυτό δεν είναι θεωρητική διαπίστωση, αφού αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες πρακτικές.

Πρώτον, η πολυδιαφημισμένη «ψηφιοποίηση» δεν συνοδεύτηκε από απλοποίηση. Αντί να καταργηθούν στρεβλώσεις, αυτές μεταφέρθηκαν σε ψηφιακή μορφή. Ο πολίτης μπορεί να εξυπηρετείται ταχύτερα σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά το θεσμικό πλαίσιο παραμένει εξίσου περίπλοκο και απαγορευτικό για νέες πρωτοβουλίες. Αυτό είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα γραφειοκρατικής λογικής: βελτίωση της επιφάνειας χωρίς αλλαγή της ουσίας.

Δεύτερον, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ιδίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, λειτούργησε ως μηχανισμός συγκέντρωσης και όχι διάχυσης. Μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα είχαν δυσανάλογο πλεονέκτημα, ενώ μικρομεσαίες επιχειρήσεις έμειναν στο περιθώριο. Αυτό συνιστά κλασικό παράδειγμα κλειστού θεσμού: οι πόροι κατευθύνονται προς εκείνους που ήδη διαθέτουν ισχύ.

Τρίτον, η φορολογική και κανονιστική αστάθεια διατήρησε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Παρά τις εξαγγελίες για επενδυτική έκρηξη, η πραγματικότητα είναι ότι οι μικροί και νέοι επιχειρηματίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσανάλογα εμπόδια. Ένας τέτοιος μηχανισμός αποθαρρύνει την καινοτομία και ενισχύει την εξάρτηση από το κράτος, βασικό χαρακτηριστικό των extractive δομών.

Τέταρτον, η σχέση κράτους-αγοράς παρέμεινε διαμεσολαβημένη από ένα πλέγμα «γνωστών διαδικασιών» και «γνωστών προσώπων». Όχι με την έννοια της παρανομίας, αλλά της δομικής προτίμησης, αφού το σύστημα ευνοεί εκείνους που το γνωρίζουν και μπορούν να το διαχειριστούν. Αυτό είναι το κατεξοχήν πεδίο δράσης του γραφειοκράτη, όχι του μεταρρυθμιστή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εμπειρία των προσώπων που προβάλλονται ως τεχνοκράτες αποκτά άλλο νόημα. Η πορεία τους συνδέεται κυρίως με θεσμούς μεγάλων οργανισμών, διεθνών ή ευρωπαϊκών, όπου η διαχείριση διαδικασιών υπερισχύει της δημιουργίας νέων δυνατοτήτων. Πρόκειται για κουλτούρα συμμόρφωσης, όχι ρήξης. Για λογική κανονιστικής επάρκειας, όχι παραγωγικής απελευθέρωσης.

Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της παραπλάνησης, δηλαδή η ταύτιση της γραφειοκρατικής εμπειρίας με την τεχνοκρατική ικανότητα. Η πρώτη διασφαλίζει ότι «το σύστημα λειτουργεί». Η δεύτερη απαιτεί να αλλάξει το σύστημα. Η κυβέρνηση επέλεξε το πρώτο, ενώ διαφήμισε το δεύτερο.

Οι συνέπειες για την ελληνική οικονομία είναι πλέον ορατές. Χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη καινοτομία, εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους, και μια αγορά που δεν ανοίγει ουσιαστικά στους πολλούς. Η οικονομία δεν έγινε πιο ανταγωνιστική, αλλά πιο άνιση στη δομή της. Και αυτό είναι το τίμημα των κλειστών θεσμών.

Γιατί, τελικά, τα έθνη δεν αποτυγχάνουν από έλλειψη «τεχνοκρατών». Αποτυγχάνουν όταν οι θεσμοί τους αποθαρρύνουν τη δημιουργία και επιβραβεύουν τη διαχείριση. Όταν η εξουσία συγκεντρώνεται και οι ευκαιρίες περιορίζονται. Όταν η πολιτική μεταμφιέζει τη στασιμότητα σε πρόοδο.

Συμπερασματικά, η επταετία της διακυβέρνησης Μητσοτάκη αναδεικνύει μια θεμελιώδη ιστορική ειρωνεία, δηλαδή, την προσπάθεια να επιβληθεί ο εκσυγχρονισμός μέσα από τα πιο συντηρητικά εργαλεία της γραφειοκρατικής ελίτ. Η επιμονή στη διατήρηση κλειστών οικονομικών θεσμών, παρά το ψηφιακό και επικοινωνιακό περιτύλιγμα, δεν αποτελεί απλώς μια χαμένη ευκαιρία, αλλά μια δομική τροχοπέδη για το μέλλον της χώρας. Όσο η «τεχνοκρατική επάρκεια» εξαντλείται στη διαχείριση της εξάρτησης και στην οχύρωση των προνομίων των λίγων, η Ελλάδα θα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια παραγωγική αναιμία.

Τέλος, η πραγματική μεταρρύθμιση δεν απαιτεί διαχειριστές διαδικασιών, αλλά αρχιτέκτονες ανοιχτών οριζόντων που θα τολμήσουν να μεταφέρουν την ισχύ από τους διαδρόμους της εξουσίας στην καρδιά της κοινωνίας και της δημιουργίας. Χωρίς αυτή τη μετάβαση από το «κλειστό» στο «inclusive», η επταετία αυτή θα καταγραφεί ως η περίοδος που η στασιμότητα βαφτίστηκε πρόοδος, αφήνοντας την οικονομία πιο εύθραυστη και τους θεσμούς πιο αποκομμένους από τις ανάγκες των πολλών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.