Ποιος εγγυάται πραγματικά τη σταθερότητα στη χώρα;
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Ακούμε συνέχεια την κυβέρνηση Μητσοτάκη να μας προειδοποιεί για «χάος» και «αστάθεια» αν δεν επανεκλεγεί. Προσπαθεί να παρουσιαστεί ως ο μοναδικός εγγυητής της ομαλότητας, την ώρα που απέξω πλησιάζει μια διεθνής θύελλα. Μόνο που τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν το ακριβώς αντίθετο, καθώς το πραγματικό χάος και την αβεβαιότητα τα παράγει σήμερα η ίδια η κυβέρνηση, αφήνοντας τη χώρα εντελώς απροετοίμαστη απέναντι σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον.
Ας μιλήσουμε, λοιπόν, ειλικρινά. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε αβεβαιότητα, κι αυτό δεν είναι δικό μου αυθαίρετο συμπέρασμα, το αποδεικνύει το ίδιο το ΙΟΒΕ. Αν κοιτάξει κανείς την εικόνα της οικονομίας μας, μέσα από τις δύο διαδοχικές μελέτες του φετινού καλοκαιριού, δεν βλέπει απλώς ψυχρούς αριθμούς. Βλέπει μια ιστορία που επαναλαμβάνεται ανησυχητικά.
Η πρώτη μελέτη για τις ανισότητες το λέει καθαρά, καθώς μπορεί ο δείκτης Gini να υποχωρεί στα χαρτιά, αλλά στην πραγματικότητα σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται ή δυσκολεύονται πολύ να τα βγάλουν πέρα. Το γράφει αυτούσιο, «σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν δυσκολία ή μεγάλη δυσκολία». Αυτό αποδεικνύει πως η όποια στατιστική βελτίωση δεν φτάνει ποτέ στην καθημερινή ζωή του κόσμου.
Και δεν σταματάει εκεί. Η μελέτη δείχνει ότι η ανισότητα παραμένει βαθιά. Έχουμε από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών για την υγεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πράγμα που φορτώνει δυσανάλογα τα νοικοκυριά. Το κόστος στέγασης για τα χαμηλά εισοδήματα είναι εξαιρετικά υψηλό και χειροτερεύει συνεχώς από το 2021 και μετά. Η πρόσβαση σε ποιοτική παιδεία παραμένει άνιση, με τα παιδιά από πιο αδύναμα στρώματα να έχουν συστηματικά λιγότερες ευκαιρίες. Την ίδια ώρα, στην αγορά εργασίας βλέπουμε χαμηλή συμμετοχή, υψηλή δομική ανεργία και μεγάλη μαύρη οικονομία. Όλα αυτά δεν είναι απλώς κοινωνικές αδικίες, αλλά οι δείκτες μιας οικονομίας που δεν πατάει γερά και λειτουργεί με μόνιμη τριβή.
Έναν μήνα μετά, τον Ιούλιο, το ΙΟΒΕ επανέρχεται με τη δεύτερη μελέτη για την αβεβαιότητα και το κενό στις επενδύσεις. Και επιβεβαιώνει την πρώτη με ψυχρή λογική, καθώς η αβεβαιότητα κοστίζει ακριβά. Μια απρόσμενη αύξηση της οδηγεί σε άμεση υποχώρηση των επενδύσεων κατά 200 εκατομμύρια ευρώ. Ποιοι τη πληρώνουν περισσότερο; Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που είναι απόλυτα ευάλωτες σε κάθε αλλαγή του κλίματος. Και η αβεβαιότητα δεν είναι μόνο προϊόν της κρίσης, αλλά καθαρά προϊόν της σημερινής διακυβέρνησης.
Κι εδώ είναι η ουσία. Στην επταετία Μητσοτάκη μπήκαν στη χώρα, λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης, τα περισσότερα λεφτά που έχουν εισρεύσει ποτέ από τη Μεταπολίτευση και μετά. Κι όμως! Η αβεβαιότητα μεγάλωσε. Οι επενδύσεις δεν απογειώθηκαν. Η αγορά εργασίας δεν σταθεροποιήθηκε. Οι ανισότητες δεν μειώθηκαν. Η στεγαστική κρίση χειροτέρεψε. Για όλα αυτά δεν φταίνε οι «εξωτερικοί παράγοντες», αλλά το καθαρό αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής διαχείρισης.
Την ίδια στιγμή, έξω ο κόσμος «καίγεται». Το διεθνές sell-off στα ομόλογα μας γυρίζει πίσω στο 2007. Η μέση απόδοση του κρατικού χρέους παγκοσμίως αγγίζει το 3,99%, το αμερικανικό δεκαετές ξεπερνά το 5,1%, η Ιαπωνία πιάνει υψηλά τριών δεκαετιών κι η Ευρωζώνη δέχεται ισχυρές πιέσεις. Σε μια τέτοια συγκυρία, η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο για κυβερνητική αστάθεια, θεσμική κόπωση και πολιτική αβεβαιότητα. Χρειάζεται σοβαρότητα και προβλεψιμότητα. Κι όμως, μπαίνουμε σε αυτή τη διεθνή τρικυμία χωρίς κανένα δίχτυ προστασίας.
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι αναπόφευκτη. Η πολιτική ηγεσία κρίνεται από τα αποτελέσματα, όχι από τα λόγια. Ο Αντώνης Σαμαράς, τον οποίο σήμερα η κυβερνητική προπαγάνδα προσπαθεί να εμφανίσει ως «παράγοντα αποσταθεροποίησης», ήταν ο άνθρωπος που εγγυήθηκε τη σταθερότητα στην πιο δύσκολη στιγμή της νεότερης ιστορίας μας. Στην κυβέρνηση του, μάλιστα, υπηρέτησε ο σημερινός πρωθυπουργός και τωρινός πιο ένθερμος πολιτικός διώκτης του. Πόσο αντιφατικό!
Ας θυμίσουμε, λοιπόν, στον σημερινό πρωθυπουργό τι συνέβη το 2012-2014, όταν η χώρα βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού, με κλειστές αγορές και μηδενική αξιοπιστία. Τότε ήταν που η κυβέρνηση Σαμαρά πέτυχε το αδιανόητο, κλείνοντας το δημοσιονομικό κενό, αποκαθιστώντας την αξιοπιστία της χώρας, σταθεροποιώντας τις τράπεζες και ανοίγοντας τον δρόμο για την έξοδο από τα μνημόνια. Τότε η σταθερότητα δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα, αλλά πράξη με πολιτική βούληση και καθαρή στρατηγική.
Σήμερα βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο. Πίσω από τις διακηρύξεις για «σταθερότητα», το ΙΟΒΕ μας δείχνει ότι η αβεβαιότητα επέστρεψε. Οι επενδύσεις φρενάρουν, η αγορά εργασίας είναι εύθραυστη, οι ανισότητες μεγαλώνουν και οι μικρομεσαίοι ασφυκτιούν. Αντί για εγγυητή, έχουμε στο τιμόνι έναν παραγωγό αβεβαιότητας.
Η σταθερότητα είναι ευθύνη και κρίνεται στην πράξη. Ποιος μπορεί, λοιπόν, να την εγγυηθεί σήμερα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη για εμάς, και έχει το όνομα Αντώνης Σαμαράς. Γιατί είναι ο μόνος που έχει αποδείξει πως διαθέτει το πολιτικό σθένος και την εμπειρία να κρατήσει το τιμόνι όρθιο όταν όλα γύρω καταρρέουν. Και γι’ αυτό ακριβώς τον στοχοποιεί η κυβέρνηση. Γιατί η παρουσία του αναδεικνύει τη μόνη δύναμη που μπορεί να σταματήσει την κατρακύλα. Κάτι που η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θέλει, αφού έχει κάνει τον εκφοβισμό και την αβεβαιότητα το βασικό της εργαλείο.
Σήμερα, μια τέτοια πρωτοβουλία από τον Αντώνη Σαμαρά είναι επιτακτική. Είναι η μόνη οδός διαφυγής από τον φαύλο κύκλο στον οποίο μας έχει εγκλωβίσει η σημερινή κυβέρνηση. Τώρα που τα διεθνή επιτόκια θυμίζουν το 2007 και η παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε επικίνδυνα νερά, η Ελλάδα δεν αντέχει να παρασύρεται. Χρειάζεται ξανά μια ηγεσία με εθνική πυξίδα και πραγματική προοπτική.
