Πώς μια χώρα δημιουργών κατέληξε να κινδυνεύει να μείνει χωρίς γάλα και κρέας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αν κάτι χαρακτήριζε τον ελληνικό λαό όταν γεννιόταν το νέο κράτος μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ήταν η εντυπωσιακή του δεξιοτεχνία. Αυτό το κατέγραψαν ξένοι περιηγητές, όπως ο αμερικανός Henry A.V. Post το 1827-1828, θαμπωμένοι από τις ικανότητες ενός λαού που δούλευε με πρωτόγονα εργαλεία, χωρίς επιστημονικές γνώσεις, δίχως μοντέλα, και παρ’ όλα αυτά παρήγαγε οικοδομές, καράβια, υφαντά και καλλιτεχνήματα που θα ζήλευαν τα εργαστήρια της Γαλλίας και της Αγγλίας. Πάνω στο μάτι έφτιαχναν ό,τι οι άλλοι μονάχα με εργαλεία και τεχνογνωσία. Ο νεογέννητος ελληνισμός υπήρξε, πέρα από πολεμικός και φιλελεύθερος, ένας λαός δημιουργός, μαστόρικος, παραγωγικός.
Αυτή η δημιουργικότητα δεν ήταν απλώς μια πολιτισμική ιδιότητα, αλλά η βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα σύγχρονο παραγωγικό έθνος. Και για δεκαετίες, παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα πράγματι διατηρούσε έναν ζωντανό πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Η γεωργία, η κτηνοτροφία, η βιοτεχνία και αργότερα η μεταποίηση έθρεψαν γενιές, διαμόρφωσαν ολόκληρες τοπικές οικονομίες, κρατούσαν τη χώρα αυτάρκη, ίσως όχι πλούσια, αλλά με στέρεα βάση.
Και ύστερα ήρθε η σταδιακή απαξίωση. Μετά τη μεταπολίτευση, η ελληνική οικονομία άρχισε να μετατοπίζεται μονομερώς προς τον τριτογενή τομέα, πολλές φορές με κρατικό πατερναλισμό, κακοδιαχείριση κοινοτικών πόρων και πελατειακές λογικές. Ειδικά την τελευταία δεκαετία, η κατάσταση χειροτέρεψε δραματικά. Σκάνδαλα, απίστευτη κατασπατάληση δημοσίων πόρων, προγράμματα που φτιάχτηκαν όχι για να ενισχύσουν την παραγωγή αλλά για να μοιράσουν επιδοτήσεις, αδράνεια απέναντι στις μεγάλες ευρωπαϊκές εξελίξεις και ανικανότητα στον σχεδιασμό πολιτικής οδήγησαν σε μια εκτεταμένη διάλυση του παραγωγικού ιστού.
Και τα τελευταία έξι χρόνια, αντί να υπάρξει μια εθνική στρατηγική ανασυγκρότησης, η σημερινή κυβέρνηση επέλεξε την επικοινωνιακή διαχείριση και την ευκολία των επιδοτήσεων αντί της ουσίας. Προτίμησε τις φωτογραφίες σε αγροτικές εκδηλώσεις από το να διαπραγματευτεί σοβαρά στην ΕΕ για ίσους όρους ανταγωνισμού. Επέτρεψε να γιγαντωθεί το κόστος παραγωγής (πετρέλαιο, ρεύμα, ζωοτροφές), άφησε τους κτηνοτρόφους εκτεθειμένους σε επιδημίες, δεν προστάτευσε την ελληνική παραγωγή από τις αθέμιτες εισαγωγές και, κυρίως, δεν άγγιξε ποτέ τον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή ότι χωρίς πρωτογενή και δευτερογενή τομέα δεν υπάρχει εθνική οικονομία, δεν υπάρχει διατροφική ασφάλεια, δεν υπάρχει πραγματική ανεξαρτησία.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, χάθηκαν επιδοτήσεις σε «μαϊμού βοσκοτόπια», προγράμματα μετατράπηκαν σε «αρπαχτές» και κονδύλια που μπορούσαν να αλλάξουν την παραγωγή κατέληξαν σε λάθος χέρια. Αντί να υπάρξει σοβαρός ελεγκτικός μηχανισμός, ενισχύθηκε ένα σύστημα που επιβραβεύει την τυπική συμμόρφωση και όχι την πραγματική παραγωγή. Όταν ένα κράτος επιτρέπει να χρηματοδοτούνται ανύπαρκτες εκτάσεις την ώρα που πραγματικοί παραγωγοί παλεύουν να σταθούν όρθιοι, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Γι’ αυτό και σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια εικόνα που, αν δεν ήταν τραγική, θα ήταν απίστευτη. Μια χώρα που κάποτε ήταν αυτάρκης σε ζωικά προϊόντα κινδυνεύει κυριολεκτικά να μείνει χωρίς γάλα, χωρίς κρέας, χωρίς βασικά γεωργικά αγαθά. Μια χώρα που είχε εκατοντάδες χιλιάδες μικρούς παραγωγούς, σήμερα έχει ανθρώπους που δηλώνουν «χρωστάμε παντού» και δεν μπορούν να καλύψουν ούτε το κόστος παραγωγής των ίδιων τους των προϊόντων. Μια χώρα που είχε βιοτεχνίες σε κάθε πόλη, σήμερα εισάγει ακόμη και προϊόντα που παλιά θεωρούνταν αυτονόητα ελληνικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται ξανά στα μπλόκα. Από τη Νίκαια και τα Μάλγαρα, μέχρι τον Ε65, τους Κήπους, τους Ευζώνους και τον Προμαχώνα, η εικόνα είναι η ίδια. Χιλιάδες τρακτέρ, παραπήγματα, αποκλεισμοί, άνθρωποι εξαντλημένοι που δηλώνουν πως θα κόψουν τη βασιλόπιτα στον δρόμο. Όχι επειδή το θέλουν, αλλά επειδή δεν έχουν άλλη διέξοδο. Η οικονομική ασφυξία, οι αθέμιτες τιμές, οι καταστροφές όπως του «Ντάνιελ», η ευλογιά που εξαφάνισε κοπάδια και η απουσία ουσιαστικών μέτρων στήριξης τους έχουν οδηγήσει στο χείλος του γκρεμού.
Το χειρότερο, όμως, δεν είναι η τωρινή κρίση. Είναι ότι δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες είναι θολές, αποσπασματικές, χωρίς στρατηγική. Τα μεγάλα λόγια για «ενίσχυση της παραγωγής» ακούγονται την ίδια στιγμή που η χώρα παραμένει ενεργειακά πανάκριβη, που η γραφειοκρατία συντρίβει τους μικρούς παραγωγούς, που τα μεγάλα συμφέροντα διαμορφώνουν τις τιμές και που το ελληνικό κράτος δεν έχει φροντίσει ούτε καν για έναν αξιόπιστο μηχανισμό ελέγχων για τις εισαγωγές.
Η Ελλάδα κάποτε ήταν λαός δημιουργών. Λαός παραγωγών. Λαός που, όπως κατέγραψε ο Post, μπορούσε με στοιχειώδη εργαλεία να παράγει έργα που εντυπωσίαζαν την Ευρώπη. Σήμερα, με τεχνολογία, επιδοτήσεις, ευρωπαϊκά προγράμματα και δυνατότητες χωρίς προηγούμενο, φτάσαμε στο σημείο να μην μπορούμε να διασφαλίσουμε ούτε τα βασικά για τη διατροφική μας κυριαρχία. Αυτό δεν είναι απλώς αποτυχία πολιτικής, αλλά υπαρξιακός κίνδυνος για τη χώρα.
Αν αυτή η κυβέρνηση δεν αλλάξει άμεσα ή αν δεν αντικατασταθεί από μία που να καταλαβαίνει ότι το έθνος δεν επιβιώνει με εισαγωγές και powerpoint, τα μπλόκα δεν θα είναι διαμαρτυρία, αλλά προαναγγελία εθνικής κατάρρευσης. Η σημερινή ηγεσία είχε πόρους, ευκαιρίες και χρόνο για να στηρίξει την παραγωγή και τα σπατάλησε σε επικοινωνία, φωτογραφίες και επιδοτήσεις-ασπιρίνες. Απέτυχε! Γι’ αυτό και η Ελλάδα κινδυνεύει να μείνει χωρίς τα βασικά της. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, το πρόβλημα δεν θα είναι οι αγρότες στους δρόμους. Θα είναι μια κυβέρνηση που άφησε τη χώρα χωρίς παραγωγή, χωρίς αυτάρκεια και, τελικά, χωρίς αύριο.

